AΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΜΑΡΤΙΟΥ
Προειδοποιητικός ὁ λόγος αὐτός τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρός τόν μαθητή του Τιμόθεο. Ὅτι, κατά τίς ἔσχατες μέρες, ἡ ἁμαρτία θά καταστήσει τή ζωή τῶν πιστῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας δύσκολη καί ἐπικίνδυνη. Στενόχωρη ἀπό πλευρᾶς τῆς ἀναίσθητης καί ἀναίσχυντης πρόκλησης τῆς ἁμαρτίας καί τῶν συνεπειῶν της καί ἐπικίνδυνη καί ἀπό τῆς πλευρᾶς τῆς ὑποκείμενης, ἀκόμη, καί ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου εὐθύνης, ἕνεκα τῆς ἐπίκρισης τῆς ἀναισχυντίας.
Ναί. Ἡ πολυθρυλούμενη ἀπόπειρα θεσμοθέτησης τῆς σύζευξης προσώπων τοῦ αὐτοῦ φύλου καί υἱοθέτησης τέκνων, παρά τίς ἔντονες ἀντιδράσεις, ἔλαβε καί τή νομική κατοχύρωσή της ἀπό τό Ἑλληνικό Κοινοβούλιο! Τώρα οἱ νομοθέτες, -ὅσοι ψήφισαν τόν ὑπό ἀναφορά νόμο-, μποροῦν νά αἰσθάνονται ἥσυχοι, ὅτι ἔπραξαν τό καθῆκον τους(!). Ἐνῶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι μποροῦν νά πανηγυρίζουν, ὅτι κέρδισαν, ἐπιτέλους, αὐτό, τό ὁποῖο διεκδικοῦσαν ὡς «ἀνθρώπινο δικαίωμα»!
Ὡστόσο, νικητής, ἐπί τοῦ προκειμένου, εἶναι στήν πραγματικότητα τό δίδυμο: Ἡ ἁμαρτία, ἡ ὁποία «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» τώρα ἐπαίρεται καί καγχάζει! Καί ὁ ἐπινοητής τῆς ἁμαρτίας, ὁ διάβολος καί οἱ συνοδοιπόροι του.
Καί οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας μέ πόνο πολύ καί σύνθλιψη καρδίας μεγάλη δεχθήκαμε τήν εἴδηση τούτη. Ὄχι, γιατί ἡττηθήκαμε. Ὄχι. Ἡ ἀλήθεια ποτέ δέν ἡττᾶται. Καί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὡς ἡ ἀλήθεια, δέν θάπτεται καί δέν διαλύεται, ἀλλά μένει διαχρονικός καί θριαμβευτής στούς αἰῶνες, ἀφοῦ «ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δέ λόγοι μου οὐ μή παρέλθωσι» (Ματθ. κδ΄ 35), μᾶς βεβαιώνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος.
Ἑπομένως, ἄν θλιβόμαστε καί ἄν στενοχωρούμαστε, αὐτό ἀναφέρεται, κυρίως σέ ὅσους ὑπερψήφισαν τόν ὑπό ἀναφορά νόμο, ὅπως, καί, σέ ὅσους τούς «διευκολύνει» ὁ νόμος αὐτός. Καί τοῦτο γιατί; Διότι, στήν προκειμένη περίπτωση, οἱ θεῖες ἐντολές εἶναι σαφεῖς καί κατηγορηματικές. Καί ποιές εἶναι αὐτές; Ἄς τίς ἐνωτισθοῦμε, ὅπως ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ τίς διαδηλώνει:
«Ὅλως ἀκούεται ἐν ὑμῖν πορνεία…» (Α΄ Κορ. ε΄ 1), θά παρατηρήσει καί ἐπιστήσει τήν προσοχή τῶν Κορινθίων ὁ Παῦλος γιά τό ἁμάρτημα τῆς πορνείας. Καί θά τούς νουθετήσει, λέγοντας, ὅτι καί, κατά τό σῶμα μας, λόγῳ τῆς Βάπτισής μας, καθιστάμεθα, εἴμαστε μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι, ὅποιος διαπράττει αὐτό τό σαρκικό ἁμάρτημα, «ποιεῖ τά μέλη τοῦ Χριστοῦ, πόρνης μέλη» (Α΄ Κορ. στ΄ 15) καί ἁμαρτάνει «εἰς τό ἴδιον σῶμα» (Α΄ Κορ. στ΄ 18), δηλαδή καί τόν ἑαυτό του θανάσιμα καταδικάζει, ἀλλά καί τό γενικότερο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία, ἀποπειρᾶται νά μολύνει. Γι’ αὐτό καί καταδικάζει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑποπίπτει στό ἁμάρτημα τῆς πορνείας.
Ταυτόχρονα, ἄκρως καταδικαστικός ἀποβαίνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη γιά τούς ἀνθρώπους πρό τοῦ Κατακλυσμοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν δοῦλοι τῶν σαρκικῶν τους ὀρέξεων, ὥστε νά «ἀναγκασθεῖ» ὁ Θεός νά πεῖ: «Οὐ μή καταμείνῃ τό Πνεῦμά μου ἐν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις εἰς τόν αἰῶνα διά τό εἶναι αὐτούς σάρκας» (Γεν. 6, 3). Βδελυγμία, λοιπόν, προκαλεῖ στόν Θεό τό ἁμάρτημα τῆς ἄνομης σύζευξης, μέ τήν ἔννοια τῆς πορνείας ἤ τῆς μοιχείας, ἄνδρα καί γυναίκας, γι’ αὐτό καί ἡ καταδίκη τοῦ Κατακλυσμοῦ (Γεν. 6, 7).
Ὡστόσο, ἐξίσου, ἄν ὄχι ὑπερβαλλόντως, ἀποβαίνει καταδικαστικός ὁ Θεός στίς περιπτώσεις τῆς ἔκνομης καί θεοστυγοῦς σύζευξης ἀνθρώπων τοῦ ἰδίου φύλου. Χαρακτηριστική εἶναι ἡ περίπτωση τῶν Σοδόμων καί τῶν Γομόρρων, ὅταν «ὤφθη (τῷ Ἀβραάμ) ὁ Θεός πρός τῇ δρυί τοῦ Μαμβρῆ» (Γεν. 18, 1). Γιά νά τοῦ ἀνακοινώσει, κατ’ ἀρχή, τή θαυμαστή γέννηση τοῦ Ἰσαάκ. Ἔτσι, ἀφοῦ φιλοξένησε ὁ Ἀβραάμ τούς «τρεῖς ἄνδρες», κατά τούς Πατέρες μας, τούς τρεῖς τῆς Ἁγίας Τριάδας (Γεν. 18, 2-8), τότε οἱ δύο πορεύονται στά Σόδομα καί τά Γόμορρα, ἐνῶ ὁ ἕνας, ὁ Κύριος, ὅπως ἀποκαλεῖται, μένει μέ τόν Ἀβραάμ, γιά νά συζητήσουν καί νά τόν εἰδοποιήσει, λέγοντας: «Κραυγή Σοδόμων καί Γομόρρας πεπλήθυνται πρός με, καί αἱ ἁμαρτίαι αὐτῶν μεγάλαι σφόδρα» (Γεν. 18, 20), ἐννοώντας τήν πράξη τῆς ὁμοφυλοφιλίας.
Καί, τοῦ θείου λόγου τό ἀληθές ἐπαληθεύθηκε, ὅταν οἱ δύο, ἐκ τῶν τριῶν, εἰσῆλθαν στά Σόδομα καί τά Γόμορα. Ἦταν, τότε, ἤδη δειλινό. Ὁπότε στήν εἴσοδο τῶν πόλεων, συναπάντησαν τόν Λώτ, ἀνεψιό τοῦ Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος, ὡς φιλόξενος, «ἐκάθητο παρά τήν πύλην». Καί, βλέποντάς τους, «ἐξανέστη εἰς συνάντησιν αὐτοῖς καί προσεκύνησε τῷ προσώπῳ ἐπί τήν γῆν» (Γεν. 19, 1). Καί αὐτή ἡ πράξη του δηλοποιεῖ τή θεότητα τοῦ προσώπου τους. Γιά νά τούς προσκαλέσει ἀμέσως στό σπίτι του. Ἐνῶ αὐτοί ἀπάντησαν, ὅτι «ἐν τῇ πλατείᾳ καταλύσομεν» (Γεν. 19, 2). Γνωρίζοντας, ὅμως, ὁ Λώτ τή διαγωγή τῶν συμπολιτῶν του, τούς ἐξαναγκάζει νά διανυκτερεύσουν, ὡς φιλοξενούμενοι, στό σπίτι του. Κι ἐκεῖ, τότε, συνέβηκε τό ἀποτρόπαιο. Ποιό; Μόλις ἔφαγαν καί ἦταν ἕτοιμοι νά κοιμηθοῦν, τότε ἀκούστηκε βουητό ἀνθρώπων στούς δρόμους. «Οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως οἱ Σοδομῖται περιεκύκλωσαν τήν οἰκίαν (τοῦ Λώτ) ἀπό νεανίσκου ἕως πρεσβυτέρου, ἅπας ὁ λαός ἅμα. Καί ἐξεκαλοῦντο (φώναζαν) τόν Λώτ καί ἔλεγον πρός αὐτόν· ποῦ εἰσιν οἱ ἄνδρες οἱ εἰσελθόντες πρός σέ τήν νύκτα; Ἐξάγαγε αὐτούς πρός ἡμᾶς» (Γεν. 19, 3-5). Ναί. Τί τούς ἤθελαν; Καί ἀσύστολα ἀπάντησαν: «Ἵνα συγγενώμεθα αὐτοῖς» (Γεν. 19, 5)· γιά νά συνέλθουν σαρκικά μαζί τους! Ἀπό «νεανίσκου μέχρι πρεσβυτέρου»! Ὤ, τῆς ἀναισχυντίας. Ὤ, τῆς ἀποστροφῆς!
Μάταια ὁ Λώτ τούς ἔλεγε: «Μηδαμῶς, ἀδελφοί, μή πονηρεύσησθε» (Γεν. 19, 7). Καί ἔσπρωχναν τόν ταλαίπωρο Λώτ καί τόν προπηλάκιζαν καί τόν ἀπειλοῦσαν: «Ἐσένα τώρα θά ἀτιμάσομε παρά ἐκείνους»· καί «ἤγγισαν συντρίψαι (νά σπάσουν) τήν θύραν». Καί τότε οἱ δύο Ξένοι βγῆκαν ἔξω, ἀπέσπασαν τόν Λώτ ἀπό τά ἄνομα χέρια τους καί τούς «ἐπάταξαν ἐν ἀορασίᾳ» (τούς τύφλωσαν) ἀπό μικροῦ ἕως μεγάλου (Γεν. 19, 9-11), ὥστε νά διαλυθοῦν.
Γιά νά ποῦν στή συνέχεια στόν Λώτ οἱ δύο Ξένοι, «ὅτι ἡμεῖς ἀπόλλυμεν (θά ἐξαφανίσομε ἀπό προσώπου τῆς γῆς) τόν τόπον τοῦτον» (Γεν. 19, 13). Ὅπως καί συνέβηκε. Τήν ἐπαύριον: «Κύριος ἔβρεξεν ἐπί Σόδομα καί Γόμορρα θεῖον καί πῦρ … ἐξ οὐρανοῦ καί κατέστρεψε τάς πόλεις ταύτας καί πᾶσαν τήν περίχωρον καί πάντας τούς κατοικοῦντας ἐν ταῖς πόλεσι καί τά ἀνατέλλοντα ἐκ τῆς γῆς» (Γεν. 19, 24-25).
Καί τήν τιμωρία τούτη μαρτυρεῖ μέχρι σήμερα ἡ Νεκρά Θάλασσα, ἡ ὁποία καλύπτει τίς δύο πόλεις στά ἔγκατά της καί κανένα εἶδος ζωῆς δέν φιλοξενεῖ στά φαρμακερά νερά της.
Τά πιό πάνω κατατέθηκαν ὄχι μέ ἀντίπαλη ἤ ἐκδικητική διάθεση, ἀλλά γιά νά καταδειχθεῖ ποιά εἶναι ἡ θεία ἀντίληψη καί στάση ἐνάντια στά σαρκικά ἁμαρτήματα, καί, προπάντων, τό τῆς ὁμοφυλοφιλίας! Ἀλλά καί γιά νά δοθεῖ ἀπάντηση στό ἔωλο-ἀνυπόστατο ἐπιχείρημα, τό ὁποῖο, δυστυχῶς γιά τούς πάσχοντας καί τούς σύμφρονές τους, ἔχει ἰσχύ καί ἐπικρατεῖ: Ὅτι, δηλαδή, πέρα ἀπό τά δύο φύλα, τό ἀνδρικό καί τό γυναικεῖο, ὑπάρχει καί τρίτο φύλο, αὐτό τοῦ ὁμοφυλόφιλου! Τό ὁποῖο σέ τελική ἀναφορά σημαίνει, τί; ὅτι «αὐτή εἶναι ἡ φύση μου», λέγουν, ἔτσι πλάσθηκα, δηλαδή ἔτσι μέ ἔπλασε ὁ Θεός. Καί τοῦτο εἶναι βέβηλο, ἀλλά καί βλάσφημο συνάμα. Γιατί, ἄν ἔτσι σέ κατασκεύασε ὁ Θεός, τότε αὐτός ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος φέρει καί τήν εὐθύνη αὐτῆς τῆς δημιουργίας σου, στό τέλος ἀποβαίνει αὐτός ὁ Θεός ἔναντί σου καί τιμωρός καί ἄρα κακοῦργος! Ἄπαγε τῆς βλασφημίας! Ναί. Διότι ὁ ἴδιος, γιά τό κατάντημά σου αὐτό, σέ προειδοποιεῖ: «Μή πλανᾶσθε· οὔτε πόρνοι…. οὔτε μοιχοί, οὔτε μαλακοί (θηλυπρεπεῖς καί γυναικώδεις) οὔτε ἀρσενοκοῖται (ὅσοι κοιμοῦνται μέ ἄνδρες)… βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι» (Α΄ Κορ. στ΄ 9-10).
«Πάντες ἁμαρτωλοί ἐσμεν, ἀδελφοί», διδάσκει ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος. Ὡστόσο, καμιά κατάσταση ἁμαρτίας δέν μπορεῖ νά θεσμοθετεῖται ὡς νόμος καί τρόπος ζωῆς. Τοῦτο, δυστυχῶς, πραγματοποιήθηκε μέ τή θεσμοθέτηση τῆς ὁμοφυλοφιλίας. Καί τούς ὀδυνηρούς καρπούς τῆς βδελυρῆς σύζευξης καί τῆς υἱοθεσίας παιδιῶν θά τούς δρέψουμε σύντομα, ὡς σύνολος ἑλληνικός λαός. Καί αὐτός εἶναι ὁ πόνος τῶν χριστιανῶν καί αὐτή ἡ κατάσταση ἐπιβαρύνει καί τούς θεοσεβεῖς ἀνθρώπους στούς «χαλεπούς καιρούς», πού ζοῦμε.