Ἁγίου Ἀντωνίου τοῦ Μεγάλου
Οἱ ἄθρωποι λέγονται λογικοὶ καταχρηστικά. Δὲν εἶναι λογικοὶ ἐκεῖνοι ποῦ ἔμαθαν τοὺς λόγους καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀρχαίων σοφῶν,ἀλλά ὀὅσοι ἔχουν λογική ψυχή καὶ μποροῦν νὰ διακρίνουν ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ καὶ ποιὸ εἰναι τὸ κακό·καὶ ἔτσι ἀποφεύγουν τὰ κακὰ καὶ ψυχοβλαβή,μελετοῦν ὅμως σοβαρὰ τὰ καλὰ καὶ ψυχωφελὴ καὶ τὰ πράττουν μὲ μεγάλη εὐχαριστία πρὸς τὸ Θεό. Μόνο αὐτοὶ πρέπει ἀληθινὰ νὰ λέγονται λογικοὶ ἄνθρωποι.
Ὁ ἀληθινά λογικὸς ἄνθρωπος μιὰ μόνο φροντίδα ἔχει,νὰ ὑπακούει καὶ νὰ εἶναι ἀρεστὸς στὸ Θεό,τὸν Κύριο τῶν ὅλων,καὶ σὲ τοῦτο καὶ μόνο νὰ ἀσκεῖ τὴν ψυχή του,πῶς νὰ γίνει ἀρεστὸς στὸ Θεό,εὐχαριστώντας Τον γιὰ τὴ μεγάλη καὶ ἐξαιρετικὴ προνοιά Του καὶ τὴν κυβέρνηση ὅλου τοῦ κόσμου, ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ θέσή του στὴ ζωή.Γιατὶ εἶναι παράλογο,νὰ εὐχαριστουῦμε τοὺς γιατροὺς ὅταν μᾶς δίνουν τὰ πικρὰ καὶ ἀηδιαστικὰ φάρμακα γιὰ χάρη τῆς ὑγείας τοῦ σώματός μᾶς,νὰ εἴμαστε ὅμως ἀχάριστοι στὸ Θεὸ γιὰ ὅσα φαίνονται σ΄ἐμᾶς δυσάρεστα καὶ νὰ μὴν ἀναγνωρίζουμε ὅτι τὰ πάντα γίνονται ὅπως πρέπει καὶ πρὸς τὸ συμφέρόν μας σύμφωνα μὲ τὴν πρόνοιά Του.Γιατί ἡ ἀνάγνωριση αὐτὴ καὶ ἡ πίστη στὸ Θεὸ εἶναι ἡ σωτηρία καὶ ἡ τελειότητα τῆς ψυχῆς.
Ἡ ἐγκράτεια,ἡ ἀνεξικακία,ἡ σωφροσύνη,ἡ ἐγκαρτέρηση,ἡ ὑπομονὴ καὶ οἱ παρόμοιες μέγιστες καὶ ἐνάρετες δυνάμεις μᾶς δόθηκαν ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ εἶναι ἀντίθετες καὶ ἀντιστέκονται καί μᾶς βοηθοῦν στὶς ἀντίστοιχες πρὸς αὐτὲς κακίες. Ἂν γυμνάζομε αὐτὲς τὶς δυνάμεις καὶ τὶς ἐχουμε πάντοτε πρόχειρες,τότε νομίζομε ὅτι δέ μᾶς συμβαίνει πιὰ τίποτε δύσκολο ἤ θλιβερὸ ἡ ἀβάσταχτο· γιατὶ σκεπτόμαστε ὅτι ὅλα εἶναι ἀνθρώπινα καὶ τὰ νικοῦν οἱ ἀρετὲς ποὺ ἐχουμε.Αὐτὰ δὲν τὰ ἔχουν ὑπόψη τους οἱ ἀνόητοι ἄνθρωποι. Οὐτε σκέφτονται ὅτι τὰ πάντα γίνονται σωστὰ καὶ ὅπως πρέπει γιὰ τὸ συμφέρόν μας,γιὰ νὰ λάμψουν οἱ ἀρετὲς μας καὶ νὰ στεφανωθοῦμε ἀπὸ τὸ Θεό.
Τήν ἀπόκτηση τῶν χρημάτων καὶ τὸ πλούσιο ξόδεμά τους νὰ τὰ θεωρεῖς μόνο σὰν φαντασία ποὺ δὲν κρατᾶ παρὰ λίγο καιρό,καὶ ξέροντας ὅτι ἡ ἐνάρετη καὶ θεάρεστη ζωὴ διαφέρει ἀπὸ τὸν πλουτο. Ὅταν τὸ μελετᾶς αὐτὸ σταθερά, οὔτε θὰ ἀναστενάξεις, οὔτε θὰ κραυγάσεις, οὔτε θὰ κατηγορήσεις κανένα, ἀλλὰ θὰ εὐχαριστεῖς τὸ Θεὸ γιὰ ὅλες τὶς εὐεργεσίες πού σοῦ δίνει, βλέποντας ὅτι οἱ χειρότεροι ἀπὸ σένα στηρίζονται στὰ λόγια καὶ στὰ χρήματα. Γιατὶ ἡ ἐπιθυμία,ἡ δόξα καὶ ἡ ἄγνοια εἶναι τὰ πιὸ κακὰ πάθη τῆς ψυχῆς.
Ὁ λογικός ἄνθρωπος,προσέχοντας ὁ ἵδιος στὸν ἐαυτό του,ἐξετάζει τί πρέπει νὰ πράξει καὶ τί τὸν συμφέρει,καθῶς καὶ ποιὰ ταιριάζουν στὴν ψυχὴ καὶ τὴν ὠφελοῦν καὶ ποιὰ δὲν τῆς ταιριάζουν.Καὶ ἔτσι ἀποφεύγει ἐκεῖνα ποὺ βλάπτουν τὴν ψυχήν,ὡς ξένα καὶ γιατὶ τὸν χωρίζουν ἀπὸ τὴν αἰώνια ζωή.
Ὅσο πιὸ λίγη περιουσία ἔχει κανείς,τόσο εὐτυχέστερος εἶναι.Γιατὶ δὲν φροντίζει γιὰ πολλὰ πράγματα,γιὰ ὑπηρέτες,καλλιεργητές,ἀπόκτηση ζώων. Ὅταν ἀφοσιωνόμαστε σ΄αὐτὰ κι ὕστερα μᾶς συμβαίνουν ἐξ’αἰτίας αὐτῶν δυσκολίες,κατηγορουῦμε τὸ Θεό. Μὲ τὴν αὐθαίρετη ἐπιθυμία μας τρέφομε τὸ θάνατο καὶ ἔτσι μένομε στὸ σκοτάδι τῆς ἀμαρτωλης ζωῆς,μέσα στὴ πλάνη, χωρὶς ν΄ἀναγνωρίζομε τὸν πραγματικὸ ἐαυτό μας.
Δέν πρέπει κανένας νὰ λέει ὀτι δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ κατορθώσει ὁ ἄνθρωπος τὴν ἐνάρετη ζωή, ἀλλὰ νὰ λέει ὀτι αὐτὸ δὲν εἶναι εὔκολο. Οὔτε μποροῦν νὰ κατορθώσουν τὴν ἀρετὴ οἱ τυχόντες.Τὴν ἐνάρετη ζωή τήν πραγματοποιοῦν ὅσοι ἄνθρωποι εἶναι εὐσεβεῖς καὶ ἔχουν νοῦ ποὺ ἀγαπᾶ τὸ Θεό. Γιατὶ ὁ νοῦς τῶν πολλῶν εἶναι κοσμικὸς καὶ μεταβάλλεται· κάνει σκέψεις ἄλλοτε καλές, ἄλλοτε κακές· μεταβάλλεται στὴ φύση καὶ γίνεται ὑλικότερος. Ὁ νοῦς ὅμως ποὺ ἀγαπᾶ τὸ Θεό, τιμωρεῖ τὴν κακία, ἡ ὀὁποία ἔρχεται ἐκούσια στοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν ἀμέλειά τους.
Ἐκεῖνοι ποὺ θέλουν νὰ ζοῦν τήν ἐναρετη καὶ εὐλαβὴ καὶ τιμημενη ζωή, δὲν πρέπει νὰ διακρίνονται ἀπὸ τοὺς ἐπίπλαστους τρόπους καὶ τὴν ψεύτικη ζωή· ἀλλὰ ὅπως οἱ ζωγράφοι καὶ οἱ ἀγαλματοποιοί, νὰ δείχνουν καὶ αὐτοὶ μὲ τὰ ἔργα τους τὴν ἐνάρετη καὶ θεοφιλὴ ζωή τους. Καὶ ὅλες τὶς κακὲς ἠδονὲς νὰ τίς ἀποστρέφονται σὰν παγίδες.
Ἐκεῖνος ποὺ μπορεῖ νὰ ἐξημερώσει τὰ ἤθη τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ τοὺς κάνει νὰ ἀγαπήσουν τοὺς λόγους καὶ τὴν παιδεία,πρέπει νὰ λέγεται ἀνθρωποποιός. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἐκεῖνοι ποὺ μεταστρέφουν τοὺς παραδομένους στὶς σαρκικὲς ἡδονὲς πρὸς τὴν ἐνάρετη καὶ θεάρεστη ζωή, πρέπει νὰ λέγονται καὶ αὐτοὶ ἀνθρωποιοί, ἐπειδὴ εἶναι σὰν νὰ ξαναπλάθουν τοὺς ἀνθρώπους. Γιατί ἡ πραότητα καὶ ἡ ἐγκράτεια εἶναι εὐτυχία καὶ δίνουν καλὴ ἐλπίδα στὶς ψυχές τῶν ἀνθρώπων.
Ἄνθρωπος λέγεται ἡ ἐκεῖνος ποὺ χρησιμοποιεῖ ὀρθὰ τὸ λογικό του,ἡ ἐκεῖνος ποὺ δέχεται συμβουλὴ γιὰ τὴ διόρθωσή του. Ὁ ἀδιόρθωτος δὲ λέγεται ἄνθρωπος, ἀλλά ἀπάνθρωπος.Κι αὐτὸ εἶναι τὸ γνώρισμα τῶν ἀπανθρώπων· καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ πρέπει ν΄ἀποφεύγονται. Γιατὶ ἐκεῖνοι ποὺ ζοῦν μὲ τὴν κακία δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἀποκτήσουν τὴν ἀθάνατη ζωή.
Ἐλευθέρους νόμιζε ὄχι ὅσους ἔτυχε νὰ εἶναι ἐλεύθεροι, ἀλλὰ ἐκείνους ποὺ ἐχουν τὴ ζωὴ καὶ τοὺς τρόπους ἐλεύθερους.Δὲν πρέπει πράγματι νὰ ὀνομάζομε ἐλεύθερους τούς ἄρχοντες ποὺ εἶναι πονηροὶ καὶ ἀκόλαστοι, γιατί εἶναι δοῦλοι τῶν παθῶν καὶ τῆς ὕλης. Ἐλευθερία καὶ εὐτυχία τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ πραγματικὴ καθαρότητα καὶ ἡ καταφρόνηση τῶν προσκαίρων.
Νὰ ὑπενθυμίζεις στὸν ἑαυτό σου ὅτι πρέπει ἀκατάπαυστα νὰ ἀποδεικνύεις τόν χρηστὸ καὶ ἐνάρετο βίο σου ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ ἔργα σου· ἔτσι καὶ οἱ ἄρρωστοι ὀνομάζουν καὶ ἀναγνωρίζουν σωτῆρες καὶ εὐεργέτες τοὺς γιατρούς,ὄχι ἀπὸ τὰ λόγια τους ἀλλὰ ἀπὸ τὰ ἔργα τους.
Ἐκεῖνοι ποὺ ζοῦν μετρημένη καὶ περιορισμένη ζωή,καὶ ἀπὸ κινδύνους γλυτώνουν, καὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ φύλακες. Μὲ τὸ νὰ νικοῦν τὴν ἐπιθυμία σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις,βρίσκουν τὸ δρόμο πρὸς τὸ Θεὸ εὔκολα.
Πρέπει ἐκεῖνοι ποὺ ἐπιδιώκουν τὴν ἐνάρετη καὶ θεοφιλῆ ζωή,νὰ εἶναι ἀπαλλαγμένοι ἀπὸ οἴηση καὶ κάθε κούφια ματαιοδοξία καὶ νὰ φροντίζουν μὲ ὅλη τὴ δύναμή τους νὰ διορθώνουν τὴ ζωή τους καὶ τὴν ἐσωτερική τους διάθεση πρὸς τὸ καλύτερο. Ἐπειδὴ νοῦς ποὺ ἀγαπᾶ τὸ Θεὸ καὶ δὲν μεταβάλλεται ἀπὸ τὴν καλὴ κατάστασή του, εἶναι ἀνύψωση καὶ δρόμος πρὸς τὸ Θεό.
Καμμιὰ ὠφέλεια δὲν προκύπτει ἀπὸ τὸ νὰ γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τὰ θεῖα λόγια, ἂν ἀπουσιάζει ἡ εὐσεβὴς ζωὴ ποὺ ἀρέσει στὸ Θεό.Αἰτία ὅλων τῶν κακῶν εἶναι ἡ πλάνη, ἡ ἀπάτη τοῦ κόσμου καὶ ἡ ἄγνοια τοῦ Θεοῦ.
Ὅσοι ξεγελιοῦνται ἀπὸ τὶς ἐλπίδες τους σὲ βιοτικὰ πράγματα καὶ περιορίζουν τὴ γνώση τους γιὰ τὴν ἄσκηση τοῦ ἀρίστου βίου μόνο στὰ λόγια, μοιάζουν μὲ ἐκείνους ποὺ ἔχουν φάρμακα καὶ ἰατρικὰ ὄργανα ἀλλὰ δὲν ξέρουν οὔτε φροντίζουν νὰ τὰ χρησιμοποιήσουν. Ἐπομένως γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας ἄς μὴν κατηγοροῦμε τὸν τρόπο ποὺ ἔγιναν, οὔτε τοὺς ἄλλους ἀλλὰ τοὺς ἑαυτούς μας. Γιατί ἂν ἡ ψυχὴ ἀδιαφορήσει μὲ δική της θέληση, δὲν μπορεῖ νὰ μείνει ἀνίκητη.
Ἐκεῖνος ποὺ δέν ξέρει νὰ ξεχωρίζει ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ καὶ ποιὸ εἶναι τὸ κακό, δέν ἐπιτρέπεται νὰ κρίνει τούς καλούς καὶ τούς κακούς. Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ γνωρίζει τόν Θεὸ εἶναι ἀγαθός. Ἄν ὅμως δέν εἶναι ἀγαθός, οὔτε γνωρίζει τὸ Θεό, οὔτε θὰ Τόν γνωρίσει ποτέ, γιατὶ ὁ τρόπος νὰ γνωρίσει κανείς τὸ Θεό, εἶναι τὸ ἀγαθό.