Κυριακή της Ορθοδοξίας

απο το Περιοδικό ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΜΑΡΤΙΟΥ

 

«Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥΜΕΝΗ ΝΙΚΑ»

«ΤΟ ΓΕΝΕΘΛΙΟΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΠΟΙΟΥ ΗΜΕΡΑΣ»

Μέ τή λήξη τῆς Ἕβδομης Πράξης ἔκλειαν καί ἐπισφράγιζαν οἱ ἐργασίες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (787 μ.Χ.) στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Καί, ἔτσι, θριαμβευτικά κατέληγαν καί ἐπεσφράγιζαν, κατά τό Πρακτικό τῆς Συνόδου, τό ὁποῖο σώζεται, τά ὅσα γιά τίς ἅγιες Εἰκόνες «ἡ ἁγία καθολική Ἐκκλησία ἀρχῆθεν τῶν χρόνων ἀγράφως καί ἐγγράφως παρέλαβεν». Ἀναμενόταν, ὡστόσο, ἡ πανηγυρική Ὄγδοη Πράξη τῆς Συνόδου, ἡ ὁποία καί πραγματοποιήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη «ἐν τῷ παλατίῳ τῆς Μαγναύρας» στήν παρουσία τῆς βασίλισσας Εἰρήνης καί τοῦ συμβασιλεύοντος υἱοῦ της Κωνσταντίνου. Ὁ Πατριάρχης, ἅγιος Ταράσιος, πρώην Καθηγητής στό Πανεπιστήμιο Κωνσταντινουπόλεως καί Πρόεδρος τῆς Συνόδου, προέβηκε στήν προσφώνηση τῆς ὁμήγυρης, «προσειπών τά εἰκότα» (τά πρέποντα). Ἀκολούθως τόν λόγο ἔλαβε ἡ Εἰρήνη, ἡ ὁποία μέ τόν «προσηνῆ καί ἐμμελῆ λόγον της», ὅπως σημειώνουν τά Πρακτικά, κατέπληξε τούς πάντες, γιά νά δεχθεῖ τίς ἐπευφημίες τῶν παρευρισκομένων. Καί μέ τήν ἀπαγγελία τοῦ «Ὅρου τῆς Συνόδου», «εἰς ἐπήκοον κλήρου καί λαοῦ», ὁ ὁποῖος, μεταξύ ἄλλων, περιελάμβανε καί τό «… ἡμεῖς τῇ ἀρχαίᾳ θεσμοθεσίᾳ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐπακολουθοῦμεν… Ἡμεῖς τήν ἐπείσακτον καινοτομίαν τῶν χριστιανοκατηγόρων (εἰκονομάχων) ἀναθεματίζομεν», συνοψίζονταν οἱ ἐργασίες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Τόν Ταράσιο στόν Πατριαρχικό Θρόνο διαδέχεται (τό 806 μ.Χ.) ὁ ἅγιος Νικηφόρος, ὁ ὁποῖος, ὡς Καθηγητής καί αὐτός, καί ἐγκρατής τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, ἐκπροσωποῦσε τούς Βασιλεῖς, συμβάλλοντας σέ ὅλες τίς ἐργασίες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Καί τά πράγματα στήν Ἐκκλησία, φαινόντουσαν ὅτι ἔβαιναν καλά, ἄν καί ὁ θίασος τῶν εἰκονοκλαστῶν παρέμενε καί καραδοκοῦσε, μέχρι τήν ἄνοδο στόν Θρόνο (τό 813 μ.Χ.) τοῦ κρυπτοεικονομάχου Λέοντα Ε΄ τοῦ Ἀρμένιου. Οἱ νικηφόρες ἐκστρατεῖες του ἐνάντια στόν Κροῦμο τῶν Βουλγάρων καί οἱ ἐπευφημίες τοῦ πλήθους στήν Κωνσταντινούπολη, ὑποκινούμενες, κυρίως, ἀπό τούς ἐπικεφαλῆς τῶν εἰκονοκλαστῶν, μέ τήν ἰαχή, ὅτι νέος αὐτοκράτορας ἀνέτειλε, ὡς ὁ Λέων Γ΄ ὁ Ἴσαυρος (πρῶτος εἰκονοκλάστης) καί Κωνσταντίνος Ε΄, (γιός τοῦ Λέοντα καί σφοδρός τῶν εἰκόνων πολέμιος), ἀναθάρρησαν τόν Λέοντα Ε΄, ὥστε «τῆς κατά τῶν εἰκόνων λύττης» (λύσσας) νά ἐγκαινιάσει τόν πόλεμο. Ἡ συμπεριφορά αὐτή τοῦ Λέοντα, παρά τήν ἀπόφαση τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς, προκάλεσε, ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο, τήν ταραχή καί τήν ἀντίδραση του, τότε, Πατριάρχη Νικηφόρου. Γι’ αὐτό καί, ὡς ἀντίποινη αὐτοκρατορική πράξη, ὁ Λέοντας ἐπέβαλε στόν Νικηφόρο τή «σιγήν τοῦ διδάσκειν» καί τήν παύση τοῦ «ἱερουργεῖν».

Καί, ὡς ἀπάντηση, ὁ Νικηφόρος συγκάλεσε τόν λαό σέ παννύχια λατρευτική σύναξη στήν Ἁγία Σοφία. Γιά νά εἰσπράξει, τότε, ὁ Πατριάρχης τή σκαιή καί προσβλητική συμπεριφορά τοῦ Λέοντα, μέ κορύφωμα τή βίαιη ἐξορία του, «μεσούσης τῆς νυκτός», στήν Προικόνησσο τῆς Προποντίδας, ὅπου ἐκεῖ καί κατέλιπε τόν βίο.

Καί ὡς ἀντικαταστάτη τοῦ Νικηφόρου, ἐπέλεξε ὁ Λέοντας τόν Θεόδοτο, συνεπικουρούμενος καί ἀπό τόν Ἰωάννη Γραμματικό, ὁ ὁποῖος χαρακτηριζόταν ὡς «λύκος μᾶλλον» ἤ ἄνθρωπος, ὅπως στή συνέχεια ἀποδείχθηκε. Καί ὁ Νικηφόρος, ὁδεύοντας ἤ ὀρθότερα, πλέοντας «πρός τήν ὑπερορίαν» (ἐξορία), ὄντας, ἀκόμη, νύκτα, ἀνασηκώθηκε τῆς θέσης του, ὡς μᾶς πληροφοροῦν οἱ χρονογράφοι, ἐπευλογώντας πρός τήν κατεύθυνση τῆς Μονῆς τοῦ Μεγάλου Ἀγροῦ, γιά νά ἀπαντήσει, ἐρωτώμενος, γιά τήν εὐλογία, ὅτι ἀνταποδίδει, «ἐξ ἐπιπνοίας θεϊκῆς», τήν εὐχή πρός τόν ἡγούμενο Θεοφάνη, ὁ ὁποῖος καί αὐτός, ἐκ Θεοῦ ὁρμώμενος, μέ κεριά καί θυμιάματα, τόν προέπεμπε στήν ἐξορία».

Στό μεταξύ ὁ Λέοντας προχώρησε σέ συγκρότηση Συνόδου, μέ εἰκονοκλάστες ἐπισκόπους, τήν ὁποία μάλιστα καί ὀνόμασε σέ Ζ΄ Οἰκουμενική, καταδικάζοντας τίς ἀποφάσεις καί ἀναιρώντας τά τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς, καί ἐπαναφέροντας τήν εἰκονομαχική πολιτική. Τότε ἐναντίον του στράφηκε καί ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὁ ὁποῖος διεκτραγωδεῖ: «Ἡ καταιγίς τῆς αἱρέσεως… (πάλιν) κορυφοῦται ὁσημέραι… ἡ σεπτή εἰκόνα τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ… ἐνύβρισται… τά θυσιαστήρια ἠφανίσθησαν· ναοί ἠμαυρώθησαν… χύνονται αἵματα…». Γιά νά ὁδηγηθεῖ καί αὐτός καί ὁ ἀδελφός του σέ ἐξορία καί νά ὑποστοῦν τά πάνδεινα.

Ὡστόσο, τό μέλλον τοῦ Λέοντα, ὑπῆρξε τραγικό. Τήν ἐπαύριο τῶν Χριστουγέννων, τοῦ 820 μ.Χ., ὅπως συνήθιζε, κατῆλθε ἀπό τόν Ὄρθρο στόν ναό. Καί, ἐνῶ συμμετεῖχε στόν χορό τῶν ψαλτῶν, στό ἄκουσμα τῆς ζ΄ ὠδῆς, «Τῷ παντάνακτος…», οἱ δολοφόνοι του, ντυμένοι, ὡς κληρικοί, ἐκ συμφώνου, ὅρμησαν καί τόν ἀποκεφάλισαν ἐντός τοῦ ἱεροῦ Βήματος, ὅπου κατέφυγε, γιά νά σωθεῖ. Τόν Βασιλικό Θρόνο, τότε, κατέλαβε «ὁ ὑπόδικος καί συνωμότης Μιχαήλ Β΄ Τραυλός. Ἀλλά καί αὐτός, ὄντας αὐτοκράτορας, ἀκολούθησε ἀμφιλεγόμενη εἰκονομαχική πολιτική. Τό 829 ἀποβιώνει ὁ Μιχαήλ Β΄, ἀφοῦ στό μεταξύ σημειώθηκε καί ὁ θάνατος τῶν ἐξορίστων Θεοδώρου Στουδίτη (826) καί Νικηφόρου Πατριάρχη (828).

Ἔτσι, ὡς αὐτοκράτορας, τώρα, ἀναδεικνύεται ὁ υἱός τοῦ Μιχαήλ Β΄, Θεόφιλος, ὁ ὁποῖος «τοῦ διαβόλου ἐπιτήδειον (κατά τῶν εἰκόνων) ὄργανον γέγονεν», ἀλλά, ὅμως καί τό τελευταῖο. Μέ διατάγματά του ἀμέσως ἀπαγόρευε τήν ὁποιαδήποτε «ἀποτύπωση ἁγίων μορφῶν». Καί ἀντί τῶν εἰκονογραφιῶν στούς ναούς, αὐτές ἀντικαθίσταντο μέ ζῶα ἤ καί πουλιά. Τά δέ ἱερά κειμήλια καί λείψανα καταστρέφονταν, οἱ εἰκονόφιλες μονές διώκονταν καί πολλοί φίλοι τῶν εἰκόνων «ταῖς τῶν μαστίγων φοραῖς… καταπονηθέντες… ἀπέθανον καί μηδέ τά σώματά τους τῆς ταφῆς» ἀξιώθηκαν. Καί οἱ αὐτάδελφοι Θεοφάνης καί Θεόδωρος, ὡς ὑπερασπιστές τῶν ἁγίων εἰκόνων, ὑπέστησαν, μέ διαταγή τοῦ Θεοφίλου, τόν ἐγκεντρισμό στό πρόσωπο καί στό στῆθος μέ πυρακτωμένη βελόνη δωδεκάστιχου ἐπιγράμματος, ὅπου χαρακτηρίζονταν ὡς «σκεύη πονηρά δεισιδαίμονος πλάνης (τῶν εἰκόνων δηλαδή)… καί ὡς κακοῦργοι», γιά νά ἐπονομασθοῦν οἱ Ἅγιοι αὐτοί, ὡς Γραπτοί.

Τόν Μεθόδιο, ἱερομόναχο τότε καί μετέπειτα Πατριάρχη, ὡς φίλο τῶν εἰκόνων, φυλάκισε σέ σπηλαιῶδες μνῆμα ὁ Θεόφιλος μέ συγκαταδίκους δύο ληστές. Γιά νά ἀποθάνει κάποια μέρα ὁ ἕνας ἀπό αὐτούς καί νά ὑποστεῖ «ὁ ἅγιος τήν δυσώδη τοῦ τεθνεῶτος ἀποφοράν… καί ἀηδία». Καί σέ ὅλα αὐτά ὁ Θεόφιλος εἶχε σύμβουλό του τόν μετέπειτα Πατριάρχη Ἰωάννη Γραμματικό, ὡς «συναιρεσιώτην» διδάσκαλό του.

Ἀλλά ἡ θεία πρόνοια ἔμελλε νά ὁδηγήσει τόν πολυετή διωγμό τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος ἐπίσημα ἄρχισε τό 730 μ.Χ., σέ αἴσιο καί νικηφόρο τέλος γιά τήν Ἐκκλησία. Ἡ αὐγούστα Θεοδώρα, σύζυγος τοῦ Θεοφίλου, ἔτρεφε φιλικά πρός τίς ἅγιες εἰκόνες αἰσθήματα. Καί γι’ αὐτό προσευχόταν καί προσπαθοῦσε μέ κάθε τρόπο, στά μέτρα τῶν δυνατοτήτων της, νά κατευνάζει, ὄχι πάντα, τό μένος τοῦ Θεοφίλου. Μαζί του ἀπέκτησε πέντε θυγατέρες· καί ὁ φόβος τοῦ Θεοφίλου ἦταν ἡ ἔλλειψη υἱοῦ, διαδόχου του στή βασιλεία. Ὡστόσο, τρία ἔτη, πρίν τόν θάνατό του, ἐπιτέλους, «ἐτέχθη τῷ βασιλεῖ υἱός». Γι’ αὐτό καί σπεύδει νά τόν στέψει σέ ἡλικία τριῶν ἐτῶν βασιλέα στή «μεγάλη ἐκκλησία» (Ἁγία Σοφία). Τελικά ἡ νόσος τῆς δυσεντερίας κατέβαλε τόν Θεόφιλο (20 Ἰανουαρίου 842 μ.Χ.).

Ἔτσι, τήν ἐξουσία ἀνέλαβε ἡ εἰκονόφιλη Θεοδώρα, ὡς ἐπίτροπος τοῦ τριετοῦς υἱοῦ της Μιχαήλ, συνεπικουρούμενη, κυρίως, ἀπό τόν ἀδελφό της Πατρίκιο Βάρδα. Αὐτοί, Θεοδώρα καί Βάρδας, μέ σύνεση καί προσοχή, ἔχοντας συνεπίκουρο τόν χρόνο, ἀπέβαλαν σταδιακά τά εἰκονομαχικά στοιχεῖα ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τό αὐτοκρατορικό περιβάλλον καί ἀντεισήγαγαν μέ Συνοδική Πράξη (ἀρχές 843 μ.Χ.) ὡς Πατριάρχη, στή θέση τοῦ ἔκπτωτου, πλέον, Γραμματικοῦ Ἰωάννη, τόν ὁσιομάρτυρα Μεθόδιο. Καί ἀκολούθως, ὁριοθετώντας ὡς θεόσδοτη τήν πράξη καί προσκύνηση τῶν εἰκόνων, ὅρισαν «τό τῆς ὀρθοδοξοποιοῦ ἡμέρας γενέθλιον», ὥστε αὐτό νά τελεῖται «τήν πρώτην τῶν ἁγίων νηστειῶν Κυριακήν», ὀνομάζοντάς την, μάλιστα, ὡς «Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας». Καί αὐτή τήν τάξη καί πράξη ἀκολουθεῖ σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας.

Ἔτσι, μέ αὐτοκρατορική πρόσκληση, κατῆλθαν, τότε, οἱ μοναστές «τῶν περιωνύμων Μονῶν Ὀλύμπου, Ἄθωνος, Ἴδης καί Κυμινᾶ», καί μέ ἐπικεφαλῆς τόν Πατριάρχη, τούς Ἐπισκόπους καί Βασιλεῖς καί τούς Πατρικίους καί μέ τό πλῆθος τοῦ πιστοῦ λαοῦ, ἐκκινώντας ἀπό τόν ναό τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, διέσχισαν τήν Πόλη, γιά νά καταλήξουν στόν ναό τῆς μεγάλης τοῦ Θεοῦ Ἁγίας Σοφίας γιά τήν παννύχια πανηγυρική θεία Λειτουργία!

῎Ετσι, ἔληξε ἡ φοβερή καί ἀνόσια πολεμική ἐνάντια στίς ἅγιες εἰκόνες καί τούς φίλους τῶν εἰκόνων, ἡ ὁποία κράτησε, μέ μερική ἀνάπαυλα, ἀπό τό 730 μ.Χ.-842 μ.Χ. Γιά νά ἀναδειχθεῖ, ὅμως, ἄλλη μιά φορά, ὅτι «ἡ Ἐκκλησία, πολεμουμένη νικᾶ», κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο.

Ακολούθησέ μας....

Κοινοποίησέ το....