Θέλω να πιω όλο το Βόσπορο – 35 χρόνια Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος

Του Σεβ. Μητροπολίτου Σουηδίας κ. Κλεόπα

«Τα πνεύματα επιστρέφουνε τις νύχτες

φωτάκια από αλύτρωτες ψυχές.

Κι αν δεις εκεί ψηλά στις πολεμίστρες

θα δεις να σε κοιτάζουνε μορφές.

Και τότε ένα παράπονο σε παίρνει

και στα καντούνια μέσα σε γυρνά.

Η Πόλη μια παλιά αγαπημένη

που συναντάς σε ξένη αγκαλιά.

Θέλω να πιω όλο το Βόσπορο.

Αλλάζουνε εντός μου τα σύνορα του κόσμου.

Την βρήκα στις στροφές των ποιημάτων

με τις βαριές χανούμισσες να ζει.

Και ρίχνω μες στο στόμα των αρμάτων

την κούφια μου αλήθεια τη μισή.

Θέλω να πιω όλο το Βόσπορο.

Αλλάζουνε εντός μου τα σύνορα του κόσμου.»

Ο «Βόσπορος» του Νίκου Ζούδιαρη δεν είναι απλώς ένα τραγούδι μνήμης· είναι ένας ποιητικός τόπος όπου η ιστορία επιστρέφει τη νύχτα, όχι για να εκδικηθεί, αλλά για να ζητήσει αναγνώριση.

Ο «Βόσπορος» δεν περιγράφει απλώς έναν τόπο· αρθρώνει μια θεολογία της μνήμης. Είναι το πέρασμα όπου ιστορία, πίστη και ταυτότητα συνυπάρχουν.

Ο «Βόσπορος» δεν είναι γεωγραφικός τόπος· είναι μεταφυσικό πέρασμα, όριο ανάμεσα σε χρόνους, μνήμες και ταυτότητες.

Τα «πνεύματα» και τα «φωτάκια από αλύτρωτες ψυχές» δεν στοιχειώνουν την Πόλη με τρόμο, αλλά με ευθύνη. Η Κωνσταντινούπολη παρουσιάζεται ως παλιά αγαπημένη, επειδή εξακολουθεί να μας ορίζει και η συνάντηση μαζί της γεννά σιωπηλή ωριμότητα.

Οι «πολεμίστρες» και οι «μορφές που σε κοιτάζουνε» μετατρέπουν τον περιπατητή σε μάρτυρα. Η Κωνσταντινούπολη δεν προσφέρεται ως τουριστικό τοπίο, αλλά ως ηθική δοκιμασία: όποιος την αντικρίζει, προτρέπεται να αναμετρηθεί με το παρελθόν.

Οι στίχοι «Θέλω να πιω όλο το Βόσπορο / Αλλάζουνε εντός μου τα σύνορα του κόσμου», εκφράζουν μια μυσταγωγική επιθυμία αφομοίωσης. Το «να πιω» δεν είναι κατανάλωση· είναι κοινωνία, μετοχή.

Ο Βόσπορος γίνεται πνευματικό υγρό που διαλύει σύνορα – όχι πολιτικά, αλλά υπαρξιακά. Ο άνθρωπος μεταβάλλεται εσωτερικά, καθώς η Ιστορία περνά μέσα του, για να τον αλλάξει, να τον καταστήσει ικανό να αντέξει το βάρος της μνήμης.

Ο Βόσπορος, ως φυσικό και συμβολικό πέρασμα, γίνεται το όριο όπου μετακινούνται, όχι τα σύνορα των κρατών, αλλά «τα σύνορα του κόσμου εντός μας».

Αυτήν ακριβώς την στάση της σιωπηλής αντοχής και της μεταμορφωτικής μαρτυρίας, ενσαρκώνει εδώ και τριάντα πέντε χρόνια η Α. Θ. Παναγιότης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος.

Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος είναι, κατ’ ουσίαν, ζωντανή γέφυρα, όπως ο Βόσπορος του ποιήματος.

Όπως ο Βόσπορος ενώνει ηπείρους, χωρίς να ανήκει ολοκληρωτικά σε καμία, έτσι κι η Πατριαρχία του Βαρθολομαίου κινήθηκε ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, παράδοση και ανανέωση, πίστη και παγκόσμια ευθύνη, χωρίς να ακυρώσει καμία από τις δύο όχθες.

Η Πατριαρχία του δεν υπήρξε ποτέ διαχείριση ενός παρελθόντος που χάνεται, αλλά διακονία ενός παρόντος που δοκιμάζεται και ενός μέλλοντος που ζητεί θεμέλια.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, υπό την καθοδήγησή του, κατέστη παγκόσμιος συνομιλητής, όχι επειδή αναζήτησε ρόλο, αλλά επειδή αρνήθηκε να περιορίσει την Ορθοδοξία σε γεωγραφικά ή εθνοτικά όρια.

Στον Διαχριστιανικό και Διαθρησκειακό διάλογο, στην υπεράσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, στην παρέμβαση υπέρ της ειρήνης και της συμφιλίωσης, η φωνή της Κωνσταντινουπόλεως ακούγεται καθαρή και αναγνωρίσιμη.

Ιδίως στον τομέα της προστασίας της κτίσεως, η μαρτυρία του Πατριάρχη ανέδειξε ότι η οικολογία δεν είναι ιδεολογία, αλλά θεολογία· ότι η καταστροφή του κόσμου δεν αποτελεί απλώς περιβαλλοντικό ζήτημα, αλλά πνευματικό τραύμα, ρήξη της ευχαριστιακής σχέσης του ανθρώπου με το δώρο της ζωής.

Η περιβαλλοντική πρωτοπορία και μαρτυρία του Πατριάρχη Βαρθολομαίου, που του χάρισε διεθνώς τον χαρακτηρισμό «Πράσινος Πατριάρχης», δεν συνιστά παρέκκλιση από την παράδοση, αλλά επιστροφή στον πυρήνα της.

Η κτίση δεν είναι ουδέτερη ύλη· είναι δώρο Θεού. Η καταστροφή της συνιστά, όχι απλώς οικολογικό, αλλά πνευματικό πρόβλημα, αμαρτία!

Η κτίση, επίσης, όπως και η ιστορία της Πόλης στο ποίημα, δεν είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης, αλλά χώρος ιερής σχέσης.

Η παρουσία του Πατριάρχη Βαρθολομαίου σε διεθνή συνέδρια, πανεπιστήμια, οργανισμούς και διεθνή οικολογικά συμπόσια κατέδειξε ότι η Ορθοδοξία διαθέτει συνεκτική θεολογία της οικολογίας, θεμελιωμένη στην ασκητική εγκράτεια και την ευχαριστιακή σχέση με τον κόσμο και κατέστησε το Πατριαρχείο παγκόσμιο συνομιλητή, χωρίς να αλλοιώσει ούτε κατ’ ελάχιστον την εκκλησιολογική του ταυτότητα. Αντιθέτως, την κατέστησε ορατή και σεβαστή.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά, στο πλαίσιο αυτό, η επανίδρυση και επαναδραστηριοποίηση ιστορικών Ιερών Μητροπόλεων του Οικουμενικού Θρόνου, σε τόπους όπου η μνήμη κινδύνευε να μεταβληθεί σε ερείπιο.

Η πράξη αυτή δεν υπήρξε διοικητική τυπικότητα. Ήταν εκκλησιολογική δήλωση: η Εκκλησία δεν εγκαταλείπει την Ιστορία, ακόμη κι όταν οι άνθρωποι απουσιάζουν. Οι Μητροπόλεις αυτές επανιδρύθηκαν για να μαρτυρήσουν ότι η Εκκλησία λειτουργεί με άλλα κριτήρια, αγιοπνευματικά, και όχι με όρους συγκυρίας.

Η Πρωτόθρονη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως δήλωσε ότι δεν αποσύρεται από την Ιστορία όταν οι αριθμοί μικραίνουν, ούτε εγκαταλείπει τους τόπους επειδή σιώπησαν οι φωνές. Αντιθέτως, μαρτυρεί ότι ο χρόνος της δεν ταυτίζεται με τον κοσμικό χρόνο και ότι η παρουσία της δεν μετριέται με στατιστικές, αλλά με πιστότητα.

Μέσα σ᾽ αυτά τα πλαίσια, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος ανεδείχθη ως μία από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του 20ού και του 21ου αιώνα, όχι επειδή επέβαλε την φωνή του, αλλά επειδή την διέθεσε!

Ο Παναγιώτατος ανήκει σ᾽ εκείνη την σπάνια κατηγορία προσωπικοτήτων, με παγκόσμια ακτινοβολία, που δεν ερμηνεύονται επαρκώς με πολιτικούς ή θεσμικούς όρους. Με απλά λόγια, της νεολαίας, είναι ένας Πατριάρχης «πολύ «προχώ», που υπαγορεύει στην ιστορία και προηγείται αυτής!

Όπως στον «Βόσπορο» «αλλάζουν εντός μας τα σύνορα του κόσμου», έτσι και η Πατριαρχία του μετατόπισε τα σύνορα της Εκκλησιαστικής παρουσίας, από το περιθώριο στο κέντρο του παγκόσμιου διαλόγου, από την εσωστρέφεια στην οικουμενικότητα, από την διαχείριση του παρελθόντος στην συνευθύνη για το μέλλον.

Σε μια εποχή όπου η ισχύς μετριέται με αριθμούς, κράτη και στρατούς, η Πατριαρχία του Βαρθολομαίου απέδειξε ότι υπάρχει και μια άλλη μορφή ηγεσίας: η ηθική αυθεντία χωρίς εξωτερική δύναμη. Από έναν Θρόνο ιστορικά πληγωμένο και σταυρωμένο, ανέδειξε την Ορθοδοξία σε παγκόσμιο συνομιλητή.

Η Πατριαρχική μαρτυρία δεν διεκδίκησε ποτέ την πληρότητα της απάντησης, αλλά την γνησιότητα της στάσης.

Στάθηκε μέσα στην «αγκαλιά» της Πόλης, χωρίς φόβο, μετατρέποντας την δοκιμασία σε διακονία και την μνήμη σε ευθύνη.

Τριάντα πέντε σχεδόν χρόνια από της αναρρήσεώς του στον Οικουμενικό Θρόνο (22 Οκτωβρίου 1991), ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος δεν επιχείρησε να «ανακτήσει» την Πόλη· επέλεξε να την νοηματοδοτήσει εκ νέου.

Δεν επιχείρησε να οικειοποιηθεί τον Βόσπορο της ιστορίας, αλλά να σταθεί επάνω του, όπως η Εκκλησία πράττει πάντοτε, ως γέφυρα, ως σημείο διάβασης.

Κι ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο μήνυμα, τόσο του ποιήματος, όσο και της Πατριαρχικής του πορείας: ότι τα σύνορα του κόσμου δεν αλλάζουν με ισχύ, αλλά με μεταμόρφωση συνείδησης, και ότι η αληθινή καθοδήγηση δεν κρατά το πηδάλιο για να κυριαρχήσει, αλλά για να οδηγήσει με ασφάλεια, μέσα στα δύσκολα περάσματα του καιρού.

Ο «Βόσπορος» του Ζούδιαρη και η Πατριαρχία του Βαρθολομαίου συναντώνται σε ένα σημείο: στην πεποίθηση ότι η ιστορία δεν θεραπεύεται με λήθη, αλλά με μεταμόρφωση.

Κι αν πράγματι «αλλάζουν εντός μας τα σύνορα του κόσμου», αυτό οφείλεται σε προσωπικότητες που, όπως ο Οικουμενικός Πατριάρχης, επέλεξαν να υπηρετήσουν, όχι την ισχύ, αλλά το πραγματικό, Χριστοκεντρικό, νόημα της ζωής και τον ίδιο τον άνθρωπο.

Στα 35 χρόνια της Πατριαρχίας του, ο Βαρθολομαίος στάθηκε με σταθερότητα, μαρτυρία και πνευματική αξιοπρέπεια.

Έτσι, η Κωνσταντινούπολη παραμένει, όχι απλώς τόπος μνήμης, αλλά κέντρο ευθύνης κι ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος παραμένει φρουρός μνήμης και αρχιτέκτονας μέλλοντος!

“I Want to Drink the Entire Bosphorus!”

On His All-Holiness Bartholomew’s 35 Years as Ecumenical Patriarch

By His Eminence Metropolitan Cleopas of Sweden

“The spirits return at night,

Little lights from unredeemed souls,

And if you look up there on the battlements,

You will see figures staring back at you.

And then a sense of lament overtakes you,

And leads you through the narrow alleys,

The City (Constantinople)—an old beloved one,

Whom you meet in a stranger’s embrace.

I want to drink the entire Bosphorus,

The borders of the world within me are changing.

I found her in the turns of poems,

Living among heavy-laden hanum women,

And I cast into the mouths of the chariots

My hollow truth—only half of it.

I want to drink the entire Bosphorus,

The borders of the world within me are changing.”

The “Bosphorus” by Nikos Zoudiaris is not simply a song of memory; it is a poetic space in which history returns at night—not to take revenge, but to ask for recognition.

The “Bosphorus” does not merely describe a place; it articulates a theology of memory. It is the passage where history, faith, and identity coexist.

The “Bosphorus” is not a geographical location; it is a metaphysical passage, a boundary between times, memories, and identities.

The “spirits” and the “little lights from unredeemed souls” do not haunt Constantinople with fear, but with responsibility. Constantinople is presented as an old beloved one, because it continues to define us, and our encounter with her engenders a silent maturity.

The “battlements” and the “figures staring back at you” transform the wanderer into a witness. Constantinople is not offered as a tourist landscape, but as a moral trial: whoever beholds her is summoned to reckon with the past.

The verses “I want to drink the entire Bosphorus / the borders of the world within me are changing” express a mystical desire for assimilation. “To drink” is not consumption; it is communion, participation.

The Bosphorus becomes a spiritual liquid that dissolves borders—not political ones, but existential ones. The human person is transformed inwardly as history passes through them, changing them, rendering them capable of bearing the weight of memory.

The Bosphorus, as both a physical and symbolic passage, becomes the boundary where it is not the borders of states that shift, but “the borders of the world within us.”

Precisely this stance of silent endurance and transformative witness has been embodied for thirty-five years by His All-Holiness Ecumenical Patriarch Bartholomew.

Patriarch Bartholomew is, in essence, a living bridge, like the Bosphorus of the poem.

Just as the Bosphorus unites continents without belonging entirely to either, so Bartholomew’s Patriarchal tenure has moved between East and West, tradition and renewal, faith and global responsibility, without negating either shore.

His Patriarchate was never the management of a fading past, but the ministry of a present under trial and a future in need of foundations.

Under his guidance, the Ecumenical Patriarchate became a global interlocutor, not because it sought a role, but because it refused to confine Orthodoxy within geographic or ethnic boundaries.

In inter-Christian and interreligious dialogue, in the defense of human dignity, in interventions for peace and reconciliation, the voice of Constantinople is heard clearly and recognizably.

Especially in the field of the protection of creation, the Patriarch’s witness revealed that ecology is not an ideology, but a theology; that the destruction of the world is not merely an environmental issue, but a spiritual wound—a rupture in humanity’s eucharistic relationship with the gift of life.

The ecological leadership and witness of Patriarch Bartholomew, which earned him internationally the title “Green Patriarch,” does not constitute a deviation from tradition, but a return to its core.

Creation is not neutral matter; it is a gift from God. Its destruction is not merely an ecological problem, but a spiritual one—sin!

Creation also, like the history of Constantinople in the poem, is not an object of exploitation, but a space of sacred relationship.

The presence of Patriarch Bartholomew at international conferences, universities, organizations, and international ecological symposia demonstrated that Orthodoxy possesses a coherent theology of ecology, grounded in ascetic restraint and a eucharistic relationship with the world, and made the Patriarchate a global interlocutor without altering in the slightest its ecclesiological identity. On the contrary, it rendered it visible and respected.

Of particular significance in this context is the reestablishment and reactivation of historic Holy Metropolises of the Ecumenical Throne in places where memory was in danger of becoming ruin.

This act was not an administrative formality. It was an ecclesiological statement: the Church does not abandon history, even when people are absent. These Metropolises were reestablished to testify that the Church operates by other criteria; spiritual, not circumstantial.

The First-Throned Church of Constantinople declared that it does not withdraw from history when numbers diminish, nor abandon places because voices have fallen silent. On the contrary, it bears witness that its time does not coincide with secular time, and that its presence is not measured by statistics, but by fidelity.

Within this framework, Patriarch Bartholomew emerged as one of the greatest personalities of the twentieth and twenty-first centuries, not because he imposed his voice, but because he offered it.

His All-Holiness belongs to that rare category of figures with global radiance who cannot be adequately interpreted in political or institutional terms. Simply put, as young people say, he is “a very ahead-of-his-time” Patriarch—one who dictates to history rather than follows it.

Just as in the “Bosphorus” “the borders of the world within us are changing,” so too his Patriarchal tenure shifted the boundaries of ecclesial presence—from the margins to the center of global dialogue; from introversion to universality; from managing the past to shared responsibility for the future.

In an era where power is measured by numbers, states, and armies, the Patriarchal tenure of Bartholomew proved that another form of leadership exists: moral authority without external force. From a Throne historically wounded and crucified, he elevated Orthodoxy into a global interlocutor.

The Patriarchal witness never claimed the fullness of the answer, but the authenticity of the stance.

He stood within the “embrace” of Constantinople without fear, transforming trial into ministry and memory into responsibility.

Almost thirty-five years since his enthronement on the Ecumenical Throne (October 22, 1991), Patriarch Bartholomew did not attempt to “reclaim” the City; he chose to re-signify it.

He did not seek to appropriate the Bosphorus of History, but as the Church always does, to stand upon it as a bridge; as a point of passage.

And perhaps this is the deepest message, both of the poem and of his Patriarchal journey: that the borders of the world do not change through power, but through the transformation of conscience; and that true leadership does not hold the helm in order to dominate, but to guide safely through the difficult passages of time.

Zoudiaris’ “Bosphorus” and the Patriarchal tenure of Bartholomew meet at one point: in the conviction that History is not healed by forgetting, but by transformation.

And if indeed “the borders of the world within us are changing,” this is due to personalities who, like the Ecumenical Patriarch, chose to serve not power, but the true, Christ-centered meaning of life—and the human person himself.

In the thirty-five years of his Patriarchal tenure, Bartholomew has stood with steadfastness, witness, and spiritual dignity.

Thus, Constantinople remains not merely a place of memory, but a center of responsibility, and Patriarch Bartholomew remains a guardian of memory and an architect of the future!

Ακολούθησέ μας....

Κοινοποίησέ το....

Στην ίδια κατηγορία...

Κατηγορίες