Την Τρίτη 24 Φεβρουαρίου, εορτἠ της ευρέσεως της Κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμων τέλεσε την πρώτη Προγησιασμένη θεία Λειτουργία και κήρυξε τον θείο Λόγο στο Καθολικό της Ιεράς Μονής Παναγίας Δοβρά.
Ομιλία Σεβασμιωτάτου
«Πάντοτε τήν νέκρωσιν τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καί ἡ ζωή τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ».
Τρίτη τῆς πρώτης ἑβδομάδος τῶν νηστειῶν καί ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν προφήτη καί πρόδρομο καί βαπτιστή τοῦ Κυρίου μας «ἐπί τῇ μνείᾳ τῆς α´καί β´ εὑρέσεως τῆς τιμίας κεφαλῆς αὐτοῦ». Γι᾽ αὐτό καί τελεῖ, κατά παρέκκλιση τοῦ συνήθους Τυπικοῦ, τήν πρώτη θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων τιμίων Δώρων. Καί τό κάνει γιά δύο λόγους.
Ὁ πρῶτος εἶναι γιά νά τιμήσει τόν μέγα αὐτόν ἅγιο, τόν μείζονα ἐν γεννητοῖς γυναικῶν, ὅπως τόν ὀνόμασε ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας. Ὁ δεύτερος εἶναι γιά νά ἀξιοποιήσει τήν εὐκαιρία τῆς μνήμης του καί νά τόν προβάλλει σέ ὅλους ἐμᾶς, οἱ ὁποῖοι εἰσήλθαμε μόλις χθές στό στάδιο τῶν ἀρετῶν, στήν Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἀφενός ὡς πρότυπο νηστείας καί ἀφετέρου ὡς κήρυκα τῆς μετανοίας.
Νηστεία καί μετάνοια εἶναι οἱ δύο ἀπαραίτητες προϋποθέσεις γιά τήν κάθαρση τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι συγχρόνως τά δύο μέσα πού μᾶς προτείνει ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία γιά νά τήν ἐπιτύχουμε. Καί ταυτίζονται καί οἱ δύο ἀπολύτως μέ τήν ἱερά μορφή καί τή ζωή τοῦ τιμίου Προδρόμου. Διότι ὁ τίμιος Πρόδρομος δέν νήστευσε μόνο κάποια περίοδο τῆς ζωῆς του. Νήστευσε ὅλη του τή ζωή, τριάντα περίπου χρόνια.
Ἡ νηστεία του συνίστατο στήν πλήρη ἀδιαφορία γιά τήν τροφή, καθώς οὔτε μεριμνοῦσε γιά αὐτήν οὔτε τήν προετοίμαζε, ἀλλά ἀρκεῖτο ἀποκλειστικά σέ ὅ,τι τοῦ προσέφερε ἡ φύση ἤ μᾶλλον ἡ ἔρημος. Αὐτό συνέβαλε στήν τελεία κάθαρσή του, ἔτσι ὥστε τό κήρυγμα τῆς μετανοίας του νά εἶναι ἀπολύτως ἀξιόπιστο καί νά προσελκύει τούς ἀνθρώπους.
Ἡ νηστεία τοῦ τιμίου Προδρόμου δέν ἐξαντλεῖτο ὅμως μόνο στή νηστεία τῶν τροφῶν ἀλλά καί στή συνακόλουθη ἀποχή ἀπό κάθε βιοτική μέριμνα καί ἐπιθυμία κοσμική, ὥστε νά μπορεῖ νά πεῖ κανείς ὅτι ἦταν νεκρός κατά κόσμον ἤ ὅπως ἀκούσαμε νά λέγει σήμερα ὁ πρωτοκορυφαῖος ἀπόστολος Παῦλος στό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα: «πάντοτε τήν νέκρωσιν τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καί ἡ ζωή τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ».
Μπορεῖ βέβαια ὁ τίμιος Πρόδρομος νά ζοῦσε πρίν ἀπό τόν Χριστό καί τό κήρυγμά του, ζοῦσε ὅμως αὐτήν ἀκριβῶς τή νέκρωση, στήν ὁποία ἀναφέρεται ὁ μέγας ἀπόστολος Παῦλος. Καί χάρη σ᾽ αὐτήν, χάρη στήν καθαρότητα καί τήν ἁγιότητα τῆς ζωῆς του, ἀξιώθηκε νά γίνει αὐτός πού θά ἑτοίμαζε «τήν ὁδόν τοῦ Κυρίου» καί θά ἔδειχνε στούς ἀνθρώπους τόν σωτήρα καί λυτρωτή τοῦ κόσμου, τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ πού ἔγινε ἄνθρωπος γιά τή σωτηρία μας.
Καί ἀκόμη, ἐπειδή ζοῦσε αὐτή τή νέκρωση πρός ὅ,τι κοσμικό, πρός ὅ,τι ἐπίγειο, πρός ὅ,τι ἁμαρτωλό γιά χάρη τοῦ Θεοῦ, γι᾽ αὐτό καί ὁ Θεός τοῦ ἀποκάλυψε τόν Χριστό. Τόν ἀξίωσε νά δεῖ μέ τά μάτια του τόν «Ἀμνό» τοῦ Θεοῦ καί νά ἀγγίξει μέ τά χέρια του τήν ἀκήρατη κορυφή τοῦ Δεσπότου. Καί ἀκόμη ἀξιώθηκε νά μεταδώσει αὐτή τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους, μέ πρώτους τούς μαθητές του, γιά νά γνωρίσουν καί νά ἀκολουθήσουν καί ἐκεῖνοι τόν Χριστό.
Ἔτσι ἡ μνήμη τοῦ τιμίου Προδρόμου σήμερα ἀποτελεῖ καί γιά ἐμᾶς, πού εὑρισκόμεθα στήν ἀρχή τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ὄχι μόνο ἕνα ἰδανικό πρότυπο νηστείας καί μετανοίας ἀλλά καί ἕνα κίνητρο, γιά νά ἀγωνισθοῦμε νά ζήσουμε μέσα μας τή νέκρωση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, μέ τή νηστεία τῶν τροφῶν καί τῶν ἀδυναμιῶν μας, μέ τήν ἐγκράτεια τῶν ἐπιθυμιῶν μας, μέ τόν ἀγώνα ἐναντίον τῶν παθῶν μας, μέ τή μετάνοια καί τήν ἐξομολόγηση πού καθαρίζει τήν ψυχή μας καί νεκρώνει μέσα μας ὅ,τι κοσμικό, ὅ,τι ἐγωιστικό, ὅ,τι ἁμαρτωλό, ὅ,τι μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό τόν Θεό καί κρατᾶ τή χάρη του μακριά μας.
Καί ὅταν καί ἐμεῖς ἀγωνιζόμεθα καί προσπαθοῦμε νά νεκρώσουμε γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ τόν παλαιό ἄνθρωπο, γιά νά ζήσουμε ἀληθινά τό θεῖο Πάθος καί τή λαμπροφόρο Ἀνάστασή του, τότε θά ἔχουμε πράγματι τόν Χριστό στήν ψυχή μας καί τότε πράγματι ἡ ζωή τοῦ Ἰησοῦ θά φανερωθεῖ «ἐν τῷ σώματι ἡμῶν», γιατί ἡ ζωή μας θά εἶναι ζωή ἐν Χριστῷ, καί θά ἰσχύει καί γιά ἐμᾶς αὐτό πού γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅτι «ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός».
Αὐτό ἄς προσπαθήσουμε νά ἐπιτύχουμε κατά τό δυνατόν κατά τήν περίοδο αὐτή τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἀλλά καί σέ ὅλη μας τή ζωή, γιά νά ζήσουμε ἐν τέλει αἰωνίως μαζί μέ τόν Χριστό.