Ἡ Κυριακὴ, 6η/19η Ἀπριλίου 2026, ἑωρτάσθη ὑπὸ τοῦ Πατριαρχείου ὡς Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ.
Κατὰ τὴν ἑορτὴν ταύτην ἡ Ἐκκλησία ποιεῖται μνήμην τῆς ἐμφανείας τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς τοὺς μαθητὰς Αὐτοῦ τὴν πρώτην ἀπὸ τῆς Ἀναστάσεως ἡμέραν καὶ τὴν ὀγδόην, ὅτε καὶ ὁ Θωμᾶς ᾖ μετ’ αὐτῶν καὶ «ἰδὼν ἐπίστευσεν», (Ἰωάν. 20, 11-31).
Τὴν ἑορτὴν ταύτην ἑώρτασε τὸ Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων εἰς τόν Ναόν τῆς Ἀναστάσεως ἀφ’ ἑσπέρας δι΄ Ἑσπερινοῦ καὶ τὴν πρωΐαν τῆς Κυριακῆς διά θείας Λειτουργίας, προεξάρχοντος τοῦ Πατριαρχικοῦ Ἐπιτρόπου Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καπιτωλιάδος κ. Ἡσυχίου, συλλειτουργούντων αὐτῷ τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Λύδδης κ. Δημητρίου καί Ἁγιοταφιτῶν Ἱερομονάχων ὧν πρῶτος ὁ Γέρων Καμαράσης Ἀρχιμανδρίτης π. Νεκτάριος, τῇ τιμητικῇ παρουσίᾳ τῆς Προξένου τῆς Ἑλλάδος κ. Ἄννης Μάντικα καὶ τῇ συμπροσευχῇ πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας Ἱεροσολύμων, τῶν προσκυνητῶν μὴ προσερχομένων εἰσέτι,λόγῳ τῶν φημῶν περὶ πολέμου.
Μετὰ τὴν θείαν Λειτουργίαν ἠκολούθησεν ἄνοδος εἰς τὰ Πατριαρχεῖα, ἔνθα ὁ Σεβασμιώτατος ὡμίλησε περὶ τῆς ἑορτῆς τῆς ψηλαφήσεως τοῦ Θωμᾶ ὡς ἕπεται:
«Ἡ Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ ὀνομάζεται καὶ Κυριακὴ τοῦ Ἀντίπασχα (pascha clausum στὰ λατινικά), ἐπειδὴ εἶναι ἡ ἑορτὴ τῆς ἀποδόσεως τῆς ἡμέρας τοῦ Πάσχα.
«Ἀπόδοσις» στὴν ἐκκλησιαστικὴ γλῶσσα σημαίνει τὴν ὁλοκλήρωση μιᾶς μεγάλης ἑορτῆς ποὺ ξεκίνησε πρὶν ἀπὸ ὀκτὼ ἡμέρες. Εἶναι συνήθεια ποὺ παρέλαβαν οἱ Χριστιανοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους. Τὰ παλαιότερα χρόνια ὀνομαζόταν Κυριακὴ ἐν λευκοῖς (Dominica in albis στὰ λατινικά), ἐπειδὴ οἱ νεοφώτιστοι ἔβγαζαν τὰ λευκὰ ἐνδύματα ποὺ φοροῦσαν τὸ Μεγάλο Σάββατο καὶ γίνονταν δεκτοὶ στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.
Τὴν πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὸ Πάσχα, ἡ Ἐκκλησία μνημονεύει τὴν ἐμφάνιση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐνώπιον τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ, ὁ ὁποῖος διατηροῦσε ἀμφιβολίες γιὰ τὴν Ἀνάσταση Του. Πείστηκε, ὅμως, ὅταν ἄγγιξε τὶς πληγὲς Του ἀπὸ τὰ καρφιὰ τῆς σταύρωσης καὶ ἀναφώνησε «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεὸς μου!». (Ἰωάννης, 25-29).
Ποιὸς ἦταν ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς.
Ἦταν ἀπὸ τοὺς ἐνθέρμους καὶ ἀφοσιωμένους μαθητές, πρόθυμος καὶ ὑπηρέτης πιστός. Ἀγάπησε πολὺ τὸν Κύριο, κι’ ὅταν οἱ Ἰουδαῖοι ἤθελαν νὰ Τόν θανατώσουν, ὁ Θωμᾶς ἔλεγε στοὺς ἄλλους μαθητὲς: «Ἂς πᾶμε κι’ ἐμεῖς νὰ πεθάνουμε μαζὶ Του. Εἶναι καλύτερο νὰ σταυρωθοῦμε μὲ τὸν Δεσπότη, παρὰ νὰ ζοῦμε χωρὶς Αὐτὸν».
Στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη παρατηροῦμε στὴν ρήση τοῦ Κυρίου πὼς οἱ μαθηταὶ δὲν γνωρίζουν ποὺ πηγαίνει καὶ ποιά εἶναι ἡ ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ σὲ αὐτὸν τὸν δρόμο, ὁ Θωμᾶς τότε θέτει εὐθέως τὸ ἐρώτημα: «Κύριε οὐκ εἴδαμεν ποὺ ὑπάγεις καὶ πὼς δυνάμεθα τὴν ὁδὸν εἰδέναι;».
Ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἀναστήθηκε ἀπὸ τὸν τάφο, παρουσιάστηκε στοὺς μαθητὲς Του, ποὺ ἦταν συγκεντρωμένοι στὸ ὑπερῷο, μὲ κλειστὲς τὶς πόρτες γιὰ τὸ φόβο τῶν Ἰουδαίων. Ὁ Θωμᾶς δὲν ἦταν τότε μαζὶ τους καὶ ὅταν οἱ ὑπόλοιποι μαθητὲς τοῦ διηγήθηκαν ὅτι εἶδαν τὸν Ἀναστάντα Κύριο, δὲν θέλησε νὰ τοὺς πιστέψει.
Ἀλλὰ ὁ Κύριος ἐμφανίσθηκε ξανά, ὀκτὼ μέρες ἀργότερα, ἐνώπιον τῶν μαθητῶν καὶ προέτρεψε τὸν Θωμᾶ νὰ ψηλαφήσει τὶς πληγὲς ἀπὸ τὰ καρφιὰ καὶ τὴν πλευρὰ ποὺ εἶχε τρωθεῖ ἀπὸ τὴ λόγχη. Ἐκθαμβωμένος ὁ Θωμᾶς, προσκύνησε καὶ ἀνεβόησε: «Ὁ Κύριος μου καὶ ὁ Θεὸς μου» Εἶπε, λοιπόν, ὁ Κύριος: «ὅτι ἑώρακάς μέ, πεπίστευκας, μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες», (Ἰωάν. 20,26).
Δηλαδή, λέγει ὁ Κύριος στὸν Θωμᾶ, πίστεψες ἐπειδὴ μὲ εἶδες. Μακάριώτεροι καὶ περισσότερο καλότυχοι εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ἂν καὶ δὲν μέ εἶδαν, πίστεψαν.
Ὁ Θωμᾶς βρισκόταν μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Κατὰ τὴν ἱστορία, τὴν ὁποία βεβαιώνει ἡ παράδοση, κατὰ τὴν Κοίμηση τῆς Παναγίας, μὲ θεία οἰκονομία, ὁ Θωμᾶς καὶ πάλι δὲν παρευρισκόταν στὴ σύναξη τῶν ἄλλων Ἀποστόλων. Ἔφτασε ὅμως καὶ αὐτὸς μετὰ τρεῖς μέρες καὶ παρεκάλεσε τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους νὰ τὸν συνοδεύσουν ὡς τὸν τάφο, γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸ ἅγιο σῶμα τῆς Θεοτόκου. Ἔτσι κι’ ἔγινε, ἀλλὰ ὅταν ἄνοιξαν τὸν τάφο, μεγάλη κατάπληξη καὶ θαυμασμὸς τοὺς κυρίευσε ὅλους. Τὸ σῶμα ἔλλειπε καὶ στὸ μνῆμα κείτονταν μόνο τὸ σεντόνι ποὺ εἶχαν τυλίξει τὸ σῶμα τῆς Παναγίας. Ἡ Παναγία ἀναστήθηκε καὶ σωματικὰ, ἀναλήφθηκε ἀπὸ τὴν γῆ στοὺς οὐρανοὺς, χαρίζοντας θαυμαστὴ δύναμη στοὺς Απρστόλους γιὰ τὸ δύσκολο καὶ τεράστιο ἔργο ποὺ εἶχαν ἤδη ξεκινήσει.
Ὁ Αναστάς ἐκ νεκρῶν Κύριος ὁ Θεός, διὰ πρεσβειῶν τοῦ Ἁγίου ἀποστόλου Θωμᾶ χαρίζοι τῷ Μακαριωτάτῳ κ.κ. Θεοφίλῳ ὑγιείαν, μακροημέρευσιν ἐπίσης καὶ εἰς ὅλην τὴν Ἁγιοταφιτικήν Ἀδελφότητα ,εὐχόμενοι ὅπως φέρῃ τὴν πολυπόθητον εἰρήνην εἰς ὅλον τὸν κόσμον καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τοὺς Ἁγίους Τόπους, Ἀμήν».
Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας
































