ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΜΑΪΟΥ
Ἡ μοιχεία εἶναι ἕνα βαρύτατο ἁμάρτημα, τό ὁποῖο προσβάλλει τήν ἑνότητα τῶν δύο συζύγων. Ἐκτός ὅμως ἀπό τή μοιχεία τοῦ σώματος, ὑπάρχει καί ἡ πνευματική μοιχεία, ἡ μοιχεία τῆς καρδιᾶς.
Τί εἶναι πνευματική μοιχεία
Ὅταν ἁμαρτάνει κανείς, ἀφήνει τόν Θεό, στόν ὁποῖο ὀφείλει νά εἶναι ἀφοσιωμένος, καί ἀγαπάει κάτι ἄλλο, σκέφτεται κάτι ἄλλο, δίνει τήν καρδιά σέ κάτι ἄλλο. Ἀγαπάει τήν ἁμαρτία καί ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ αὐτό εἶναι μοιχεία.
Ἔτσι, αὐτός πού βάζει σέ προτεραιότητα στή ζωή του τήν ἀγάπη σέ ἀνθρώπους κι ὄχι στόν Θεό εἶναι μοιχός. Αὐτός πού ἀφήνει τόν ἀληθινό Θεό καί λατρεύει τήν ὕλη ἤ τόν ἑαυτό του διαπράττει μοιχεία. Ἐκπορνεύει κανείς τήν καρδιά του, ὅταν ἐκμεταλλεύεται τούς ἄλλους ἤ τούς ἀδικεῖ. Μοιχεία εἶναι ἡ προσκόλληση στόν πλοῦτο, στήν ἐπιστήμη, στήν τέχνη, στήν ἰδεολογία. Ὅταν δέν σέβομαι τήν καρδιά μου καί δέν τῆς δίνω αὐτό πού πραγματικά χρειάζεται, αὐτό εἶναι μοιχεία.
Ἐπίσης, οἱ περισπασμοί τοῦ νοῦ, οἱ ἐπιθυμίες, οἱ λογισμοί, οἱ φαντασίες, ὅλα αὐτά λογαριάζονται ὡς πορνεία. Ὄχι μόνο οἱ αἰσχροί λογισμοί, ἀλλά ὅλοι οἱ λογισμοί. Εἶναι σάν νά βάζω μία ξένη γυναῖκα, ἕναν ξένο ἄνδρα στόν νοῦ μου.
Τότε μοιάζουμε μέ τόν ἄσωτο υἱό, ὁ ὁποῖος «διεσκόρπισεν τήν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως» (Λουκ. ιε΄ 13). Κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, «οὐσία» δέν εἶναι ἡ περιουσία, ἀλλά ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Κι ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι συγκεντρωμένος στόν Θεό, ἀλλά διασκορπίζεται σέ διάφορα ἄλλα πράγματα, εἶναι κι αὐτό ἕνα εἶδος πνευματικῆς ἀσωτίας.
Συμπερασματικά, ὁποιαδήποτε πράξη μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό τόν Θεό καί κάνει τήν ψυχή μας νά προσκολλᾶται σέ αὐτή, μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὡς μοιχεία. Ὁτιδήποτε μπαίνει ἀνάμεσα σέ μᾶς καί στόν Χριστό καί μᾶς χωρίζει, εἶναι πνευματική μοιχεία.
Αὐτό τό βλέπουμε καί στήν Ἁγία Γραφή. Κάθε φορά πού οἱ Ἰσραηλῖτες ἐγκατέλειπαν τόν ἀληθινό Θεό καί προσκυνοῦσαν τά εἴδωλα, ὁ Θεός διά στόματος τῶν Προφητῶν τούς ἀποκαλοῦσε μοιχούς: «Ἐξεπόρνευσαν οἱ υἱοί Ἰσραήλ» (Κριτ. 8, 33).
Ὁ Θεός θέλει ἀποκλειστικότητα
Ὁ Θεός ζητάει ἀπό ἐμᾶς ἀποκλειστικότητα. Δέν θέλει νά μᾶς μοιράζεται μέ κανέναν καί μέ τίποτα. Ἐπιθυμεῖ νά προσκολληθοῦμε μέ ἀγάπη σέ Αὐτόν καί νά ἑνωθοῦμε μαζί Του.
Εἴμαστε «κατασκευασμένοι» ἀπό τόν Θεό, ὥστε νά Τόν σκεφτόμαστε, νά Τόν ἀγαπᾶμε, νά ἀδολεσχοῦμε στά θεῖα πράγματα. Γνώρισμα τῆς τέλειας ἀγάπης εἶναι νά βρίσκεται κανείς συνεχῶς προσηλωμένος στόν Θεό.
Γιά ποιό λόγο ὁ Θεός διέταξε τόν Ἀβραάμ νά θυσιάσει τόν γιό του Ἰσαάκ; Ὅταν εἶδε ὁ Θεός ὅτι ἡ καρδιά τοῦ Ἀβραάμ δέν ἦταν ὁλοκληρωτικά δοσμένη σέ Αὐτόν, ἀλλά ὅτι ἦταν καί σέ κάτι ἄλλο –ἔστω κι ἄν αὐτό ἦταν ὁ γιός του– γιά νά ἀποκατασταθεῖ ἡ καρδιά του στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ζήτησε ὁλοκάρπωμα τόν γιό του. Ὅταν ὁ Κύριος διαπίστωσε, μετά τή δοκιμασία, ὅτι ἡ καρδιά τοῦ Ἀβραάμ ἦταν πλήρως ἀφοσιωμένη σέ Αὐτόν, χωρίς νά ἔχει ἄλλες ἀγάπες, τοῦ ἔδωσε πίσω τόν Ἰσαάκ ζωντανό.
Εἴμαστε αὐτό πού ἀγαπᾶμε
Αὐτό πού ἔχουμε στήν καρδιά μας, μέ αὐτό κι ἔχουμε συνδεθεῖ. Μπορεῖ νά εἶναι τά χρήματα, τό ποτό, τά φαγητά, τά ροῦχα, ἡ ἀναγνώριση, ἡ δόξα, ἕνα πάθος ἤ κάτι ἄλλο. Ἡ προσκόλληση τῆς ψυχῆς σέ αὐτά, στήν πραγματικότητα, μᾶς δένει μέ τήν ὑλική κτίση καί μᾶς κάνει δέσμιους αὐτῆς. Ἡ καρδιά μας, ἀντί νά λατρεύει τόν Κτίστη, προσκυνάει τήν κτίση.
Ἔτσι, ὅταν κανείς τό μόνο πού σκέφτεται εἶναι ἡ δουλειά του, τότε ἡ ἐργασία γίνεται ὁ Θεός του. Ὅταν σκέφτεται ἕνα πολύτιμο ἀντικείμενο, τότε αὐτό παίρνει τή θέση τοῦ εἰδώλου. Ὅταν θαυμάζει τό σῶμα του, μετατρέπει τό σῶμα του σέ ἕναν ψεύτικο Θεό.
Κι ἔπειτα, μέ αὐτό πού εἴμαστε συνδεμένοι, τέτοιοι γινόμαστε. Δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος γίνεται ὅμοιος μέ τό ἀντικείμενο πού ἔχει στήν καρδιά του. Ἐάν εἶναι προσκολλημένος στά χρήματα, ὅλη ἡ ὕπαρξή του διαποτίζεται ἀπό τό πάθος τῆς φιλαργυρίας. Ἐάν ὅμως εἶναι προσκολλημένος στόν Θεό, γίνεται ὁ ἄνθρωπος θεός.
Ἡ ἀξία τῆς ψυχῆς μας ὑπολογίζεται ἀπό τήν ἀξία τῶν πραγμάτων μέ τά ὁποῖα εἴμαστε δεμένοι.
Δοῦλος τῶν παθῶν
Ὅπως ἡ μοιχεία δύο συζύγων ἐπιφέρει ἀναστάτωση καί στενοχώρια σέ ὅλη τήν οἰκογένεια, ἔτσι καί ἡ πνευματική μοιχεία, ἡ δέσμευση τῆς ψυχῆς στά πράγματα καί τίς ἐπιθυμίες, ἐπιφέρει μεγάλη δυστυχία. Ὁ ἄνθρωπος πέφτει συνεχῶς ἀπό τό κακό στό χειρότερο, ὑποδουλώνεται στά πάθη καί καταλήγει σέ μία ἐλεεινή καί ἀπελπιστική κατάσταση.
Χρειάζεται ἀγώνας
Εἶναι φορές πού ὅλοι γινόμαστε μοιχοί. Νά κάνουμε ἀγῶνα, ὥστε νά ἀφήσουμε τό θέλημά μας, νά ξεκολλήσουμε ἀπό ἐπιθυμίες μάταιες καί κοσμικές, νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τά πάθη μας καί νά ἀγαπήσουμε τόν Θεό ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος μας (Μάρκ. ιβ΄ 30).
Πρέπει νά εἴμαστε προσεκτικοί, ὄχι μόνο στίς πράξεις μας, ἀλλά καί στούς λογισμούς μας. Ἐκεῖνο πού πρέπει συνεχῶς νά προσέχουμε εἶναι ποῦ ἔχουμε στραμμένο τόν νοῦ μας. Ὅταν παρατηροῦμε ὅτι ἔχει φύγει ἀπό μᾶς ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ, ἀμέσως νά κάνουμε ἀγῶνα, ὥστε νά τήν ἐπαναφέρουμε.
Ὁ διάβολος μία σκέψη ἔκανε νά ἀνεβάσει τόν θρόνο του ἐπάνω ἀπό τόν θρόνο τοῦ Θεοῦ κι ἀπό φωτεινός ἄγγελος κατάντησε σκοτεινός δαίμονας. Μαζί του παρέσυρε τούς ἀγγέλους, καθώς καί τούς πρωτοπλάστους.
Ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανός καλεῖται ἀπό τήν Ἐκκλησία νά ἐπιτελέσει αὐτό τό μεγάλο ἔργο στόν ἑαυτό του· νά ἑνωθεῖ μέ τόν Θεό. Ὀφείλουμε νά δώσουμε τήν καρδιά μας σ’ αὐτό, γιά τό ὁποῖο δημιουργήθηκε. Ὁ οὐράνιος Νυμφίος μᾶς περιμένει νά Τόν μνηστευτοῦμε.