Τήν Κυριακή, 15 Μαρτίου 2026, τελέσθηκε ὁ Δ΄ Κατανυκτικός Ἑσπερινός στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό Ἁγίου Δημητρίου Ναυπάκτου μέ τό ἑσπερινό κήρυγμα. Ὁμιλητής αὐτήν τήν Κυριακή ἦταν ὁ ἱεροκήρυξ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου, Ἀρχιμ. π. Πολύκαρπος Θεοφάνης. Ὁ π. Πολύκαρπος συνεχίζοντας τήν ἀνάλυση τοῦ «Πάτερ ἡμῶν», πού εἶναι τό κεντρικό θέμα τῶν φετινῶν ἑσπερινῶν κηρυγμάτων, ἑρμήνευσε τόν στίχο: «Τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον, δός ἡμῖν σήμερον». Ἀρχικά εἶπε ὅτι ἡ λέξη ἐπιούσιος ἔχει δύο ἑρμηνεῖες. Ἡ πρώτη ἀναφέρεται στόν ἄρτο, στήν τροφή πού τρέφει τήν οὐσία τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ ἡ δεύτερη ἔχει χρονική ἔννοια καί σημαίνει ὁ ἄρτος τῆς ἑπόμενης ἡμέρας.
Τό «ἐπιούσιος ἄρτος» ἔχει τριπλή ἑρμηνεία.
- Πρῶτον, ζητᾶμε ἀπό τόν Θεό Πατέρα νά μᾶς δίνη τήν τροφή μας, ἀλλά καί ὅλα τά ὑλικά ἀγαθά πού ἔχουμε ἀνάγκη, ὥστε νὰ μὴν ὁδηγηθῆ τό σῶμα στόν θάνατο.
- Δεύτερον, ζητᾶμε τήν πνευματική τροφή γιά νά ζήση ἡ ψυχή μας, ἡ ὁποία τροφή εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, τὰ συγγράμματα καὶ οἱ διδασκαλίες τῶν Πατέρων, οἱ εὐχὲς τῆς θείας Λειτουργίας, οἱ Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ προσωπική μας προσευχή.
- Τρίτον, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γράφει «ὡς ἐπιούσιος ἄρτος προφανῶς πρέπει νά ὀνομασθῆ τό Σῶμα τοῦ Κυρίου». Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ Κυριακή προσευχή ἐτέθη ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες νά λέγεται λίγο πρίν τήν θεία Εὐχαριστία. Ἐμμέσως ἀναγνωρίζουμε τόν Θεό ὡς Δωρεοδότη, γι’ αὐτό ὅλη μας ἡ ζωή εἶναι μιά διαρκής εὐχαριστία καί δοξολογία πρός Αὐτόν. Ζητᾶμε νά μᾶς δώση «σήμερον», πρῶτον, ἐπειδή δέν γνωρίζουμε ἐάν αὔριο θά εἴμαστε ζωντανοί, ἀλλά καί γιά παρότρυνση νά ἀπευθυνόμαστε ἱκετευτικά στόν Θεό καθημερινά.
Χρησιμοποιοῦμε τό «ἡμῶν» καί τό «ἡμῖν» (τόν ἄρτον ἡμῶν, δός ἡμῖν), ἐπειδή ζητοῦμε ὅλα ὅσα ἀναφέραμε προηγουμένως, ὄχι μόνο γιά τόν ἑαυτό μας, ἀλλά γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους.Τέλος, ὑπάρχει ἡ ἑξῆς ἑρμηνεία: τό «σήμερον» εἶναι ἡ παροῦσα ζωή καί τό «ἐπιούσιος» ὁ μέλλοντας αἰώνας, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅπου ὁ ἀληθινός Ἄρτος εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος καί Θεός μας Ἰησοῦς Χριστός. Ζητᾶμε, ἑπομένως, τήν ἔνωσή μας μέ τόν Χριστό, νά γίνη ἀπό σήμερον, ἀπό αὐτόν τόν αἰώνα, ἀπό αὐτήν τή ζωή.