Στον Ιερό Κοιμητηριακό Ναό του Αγίου Γεωργίου, Ερμουπόλεως Σύρου, τελέσθηκε το εσπέρας της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως, Διενοριακή Σύναξη, με την συμμετοχή όλων των Εφημερίων της Σύρου και με την παρουσία πλήθους πιστών, η Ακολουθία των Χαιρετισμών προς τον Τίμιο Σταυρό, κατα τη διάρκεια της οποίας ομίλησε διδακτικώτατα ο Πανοσιολ. Αρχιμ. Νικόλαος Γαβαλλάς, Προϊστάμενος του Ιερού Ναού Αναστάσεως του Σωτήρος, αναφέρων τα εξής:
“Φθάσαντες, πιστοί, στό μέσον τῆς θείας νηστείας, τὴν ἄφατον τοῦ Κυρίου μακροθυμίαν δοξάσωμεν, ὅπως τῇ αὐτοῦ εὐσπλαγχνίᾳ συνεγείρῃ καὶ ἡμᾶς, νεκρωθέντας τῇ ἁμαρτίᾳ, ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος.
Οι άνθρωποι πολλές φορές ζητούν έργα, αποδείξεις και όχι λόγια. Ιδιαίτερα όταν μιλούν για την αγάπη, προσπαθούν να βρουν τρόπους να την εκφράσουν και, ενίοτε, αν μπορούν, ακόμη και να την μετρήσουν: «Εγώ σε αγαπώ πολύ…», «Όχι, εγώ περισσότερο…», «Πόσο; Ως τον ουρανό…», «Εγώ μέχρι τα αστέρια». Όμως όλα αυτά είναι επιφανειακά. Αν πραγματικά θέλει κάποιος να δει το μέτρο της αγάπης, αλλά και μέχρι πού φτάνει η αγάπη, δεν χρειάζεται να ψάξει απόψε μακριά. Μπροστά στα μάτια όλων μας βρίσκεται το άπειρο μέτρο της αγάπης: ο Τίμιος Σταυρός.
Μέχρι τον Σταυρό και τον θάνατο φτάνει η αγάπη. Ο Θεός έστειλε τον Υιό Του ίνα σταυρωθεί, για να επαναφέρει από τη φθορά και την αμαρτία το ομορφότερο δημιούργημά Του, τον άνθρωπο.
Απόψε, όμως, ήρθαμε σε αυτόν τον ναό ως ένα σώμα, μία εκκλησιαστική κοινότητα, για να ασπαστούμε το Ξύλο το Τίμιο, τον Φύλακα της οικουμένης, την Ωραιότητα της Εκκλησίας, το Καύχημα των Ιερέων, των Αγγέλων τη δόξα, των δαιμόνων το τραύμα, το ακαταμάχητο και αήττητο όπλο: τον Τίμιο Σταυρό.
Βρισκόμαστε στη μέση της Μεγάλης Σαρακοστής. Από τη μία πλευρά, η φυσική και πνευματική προσπάθεια, αν είναι συστηματική και συνεχής, αρχίζει να γίνεται αισθητή· το φορτίο γίνεται πιο βαρύ, η κόπωση πιο φανερή. Έχουμε ανάγκη από βοήθεια και ενθάρρυνση. Από την άλλη πλευρά, αφού αντέξουμε αυτή την κόπωση, αρχίζουμε να βλέπουμε το τέλος της πορείας μας και η ακτινοβολία του Πάσχα γίνεται πιο έντονη.
Η Σαρακοστή είναι η σταύρωση του εαυτού μας, η οποία θα οδηγήσει την ύπαρξή μας στην Ανάσταση. Δεν μπορούμε, όμως, να σηκώσουμε τον σταυρό μας και να ακολουθήσουμε τον Χριστό, αν δεν ατενίζουμε τον Σταυρό που Εκείνος σήκωσε για να μας σώσει. Ο δικός Του Σταυρός —και όχι ο δικός μας— είναι εκείνος που μας σώζει. Ο δικός Του Σταυρός δίνει νόημα αλλά και δύναμη στους άλλους.
Αυτό μας εξηγεί και το σημερινό συναξάρι:
«Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Κυριακῇ τρίτῃ τῶν Νηστειῶν, τὴν προσκύνησιν ἑορτάζομεν τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ».
Επειδή, στη διάρκεια της νηστείας των σαράντα ημερών, κατά κάποιον τρόπο, και εμείς σταυρωνόμαστε, νεκρωνόμαστε από τα πάθη, έχουμε την πίκρα της ακηδίας και της πτώσης, γι’ αυτό υψώνεται ο τίμιος και ζωοποιός Σταυρός∙ για την αναψυχή και την υποστήριξή μας. Μας θυμίζει τα πάθη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και μας παρηγορεί.
Είμαστε σαν τους οδοιπόρους σε δύσκολο και μακρινό δρόμο, που κατάκοποι, αν βρουν κάποιο ευσκιόφυλλο δένδρο, κάθονται για λίγο να αναπαυθούν και, ανανεωμένοι, συνεχίζουν το δρόμο τους. Έτσι και τώρα, στον καιρό της νηστείας και στο δύσκολο ταξίδι της προσπάθειας, ο ζωηφόρος Σταυρός φυτεύτηκε στο μέσον του δρόμου από τους αγίους Πατέρες, για να μας δώσει άνεση και αναψυχή, για να μας ενθαρρύνει στην υπόλοιπη προσπάθειά μας, ώσπου τα βήματά μας να μας οδηγήσουν στη φωτισμένη νύχτα, την πλημμυρισμένη με χάρη και άκτιστο φως, τη νύχτα της Αναστάσεως.
Γιατί, όμως, οι Χριστιανοί τιμούν ένα σύμβολο και του δίνουν τόσο πνευματική και λειτουργική αξία;
Στο σημείο αυτό ας ανατρέξουμε στο βιβλίο της Γενέσεως:
«καὶ ἐξανέτειλεν ὁ Θεὸς ἔτι ἐκ τῆς γῆς πᾶν ξύλον ὡραῖον εἰς ὅρασιν καὶ καλὸν εἰς βρῶσιν, καὶ τὸ ξύλον τῆς ζωῆς ἐν μέσῳ τοῦ παραδείσου καὶ τὸ ξύλον τοῦ εἰδέναι γνωστὸν καλοῦ καὶ πονηροῦ».
Δηλαδή: Έκαμε ο Θεός να βλαστήσουν από τη γη όλα τα είδη των δέντρων, τα οποία είναι ωραία στην όραση, ευχάριστα στη γεύση και θρεπτικά, καθώς επίσης διέταξε να φυτρώσει το δέντρο της ζωής στο μέσον του παραδείσου και το δέντρο της γνώσεως του καλού και του κακού.
Και συνεχίζει παρακάτω:
«καὶ ἐνετείλατο Κύριος ὁ Θεὸς τῷ Ἀδὰμ λέγων· ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε».
Δηλαδή: Έδωσε δε εντολή ο Κύριος ο Θεός στον Αδάμ λέγοντας: «Από όλα τα καρποφόρα δένδρα που υπάρχουν στον παράδεισο σάς δίνω το δικαίωμα να τρώγετε. Από το δένδρο όμως της γνώσεως του καλού και του κακού δεν πρέπει ποτέ να φάγετε. Κατά δε την ημέρα που θα φάγετε από τον καρπό του, θα χάσετε το δικαίωμα της αθανασίας· θα αποθάνετε σωματικώς και θα χωριστείτε από εμένα, που σας έδωσα τη ζωή».
Υπήρχαν, λοιπόν, στον παράδεισο δύο δέντρα: το δέντρο της ζωής και το δέντρο της γνώσεως του καλού και του κακού.
Όλοι γνωρίζουμε ότι η Εύα εξαπατήθηκε από τον μισόκαλο όφι και έφαγε τον καρπό της γνώσεως του καλού και του κακού. Και έτσι «ὁ διὰ βρώσεως του ξύλου τῷ γένει προσγενόμενος θάνατος», ένας θάνατος πνευματικός και σωματικός έγινε πλέον μέρος της ανθρώπινης φύσεως.
Ο Αδάμ, με την παρακοή, υπογράφει το χειρόγραφο της αμαρτίας. Έρχεται όμως ο νέος Αδάμ, ο Χριστός, να σκίσει το χειρόγραφο της αμαρτίας με τη σταυρική Του θυσία.
«Ὁ ἐν ἕκτῃ ἡμέρᾳ τε καὶ ὥρᾳ τῷ Σταυρῷ προσηλώσας τὴν ἐν τῷ Παραδείσῳ τολμηθεῖσαν τῷ Ἀδὰμ ἁμαρτίαν, καὶ τῶν πταισμάτων ἡμῶν τὸ χειρόγραφον διάρρηξον, Χριστὲ ὁ Θεός, καὶ σῶσον ἡμᾶς».
Πριν από τη Σταυρική θυσία, ο Σταυρός ήταν ξύλο απλό, ικρίωμα αισχύνης, στο οποίο οι έσχατοι των ανθρώπων, οι παραβάτες του κοινού δικαίου, και μάλιστα οι βαρυποινίτες που ο νόμος επέβαλε να εξευτελιστούν, τιμωρούνταν για τις πράξεις τους. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη εύρισκε την ικανοποίησή της επάνω στον Σταυρό. Το ξύλο παρέμενε ξύλο, ξύλο ατιμίας, ξύλο αδυναμίας.
Ποιος θα αισθανόταν τιμή για έναν αιματόβρεκτο σταυρό; Ποιος θα αισθανόταν συμπάθεια προς το φρικτό αυτό όργανο που αφαιρούσε τη ζωή των ανθρώπων; Η θέα του σκόρπιζε πόνο, δάκρυα, πένθος και εξευτελισμό. Ήταν η πληρωμή της κακίας, το φόβητρο, ο παραδειγματισμός, το σήμα της σκληρότητας.
Όταν, όμως, επάνω στον Σταυρό άπλωσε τις παλάμες και τους πόδες Του ο Λυτρωτής Χριστός, αγιάσθηκε, έγινε πηγή ευλογίας, όργανο σωτηρίας, καύχημα των πιστών, όπλο κατά της αμαρτίας, τείχος και οχύρωμα της ευσεβείας, μέτρο που οδηγεί στην Ανάσταση.
Καμία δύναμη στον κόσμο δεν είναι τόσο θαυμαστή, μυστηριώδης και ισχυρή όσο η δύναμη του Σταυρού. Ο Σταυρός αντλεί τη δύναμή του από τη θυσιασμένη αγάπη του Κυρίου, από τον ηθελημένο εξιλαστήριο θάνατο του Δικαίου που πέθανε για να μας εξαγοράσει, από το ανείπωτο μαρτύριο ενός Αθώου που τιμωρήθηκε ως κακούργος, από τη νίκη Εκείνου που ανήλθε νικητής του θανάτου, από τη θυσία που καθάρισε όλο το ανθρώπινο γένος από την αμαρτία, από την αγιότητα μιας ζωής που προσφέρθηκε για να μεταδώσει ζωή.
Ο Απόστολος των Εθνών, ο Παύλος, δεν ντρέπεται για τον Σταυρό. Αντίθετα, καυχάται γι’ αυτόν και λέγει:
«Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Γαλ. 6,14).
Αλλά και: «Ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον» (Α΄ Κορ. 1,23).
Ο Σταυρός, λοιπόν, δεν είναι απλώς ένα ιστορικό γεγονός. Είναι το μυστήριο της σωτηρίας του ανθρώπου. Εκεί επάνω συντρίβεται η δύναμη της αμαρτίας, καταργείται ο θάνατος και ανοίγεται ο δρόμος προς την Ανάσταση.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής λέγει ότι ο Σταυρός είναι «ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ». Δηλαδή, ο Σταυρός φανερώνει τη δύναμη του Θεού μέσα από τη φαινομενική αδυναμία.
Αυτό είναι το μεγάλο παράδοξο της πίστεώς μας:
η νίκη έρχεται μέσα από τη θυσία,
η δόξα μέσα από την ταπείνωση,
η ζωή μέσα από τον θάνατο.
Γι’ αυτό και ο Σταυρός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την Ανάσταση. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την Ανάσταση χωρίς τον Σταυρό. Ο Σταυρός είναι ο δρόμος που οδηγεί στο κενό μνημείο.
Η Εκκλησία μας το ψάλλει υπέροχα:
«ΤόνΣταυρόν σου προσκυνοῦμεν Δέσποτα καί τήνἁγίαν σου Ἁνάστασινδοξάζομεν».
Δεν λέμε μόνο «προσκυνούμε τον Σταυρό», αλλά αμέσως προσθέτουμε «δοξάζουμε την Ανάσταση». Γιατί ο Σταυρός είναι ήδη η αρχή της νίκης.
Αδελφοί μου, η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως είναι μία πρόσκληση. Είναι μία υπενθύμιση ότι ο δρόμος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής δεν είναι απλώς μια περίοδος νηστείας. Είναι πορεία προς τον Γολγοθά αλλά και προς την Ανάσταση.
Στεκόμαστε σήμερα μπροστά στον Σταυρό για να πάρουμε δύναμη για τη συνέχεια του πνευματικού μας αγώνα. Όπως οι στρατιώτες ενθαρρύνονται βλέποντας το λάβαρο της νίκης, έτσι και εμείς ενθαρρυνόμαστε βλέποντας τον Σταυρό του Χριστού.
Ο Σταυρός, λοιπόν, μάς διδάσκει τρία μεγάλα πράγματα.
Πρώτον, μας διδάσκει την αγάπη. Ο Χριστός επάνω στον Σταυρό συγχωρεί ακόμη και τους σταυρωτές Του:
«Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι».
Δεύτερον, ο Σταυρός μάς διδάσκει την ταπείνωση. Ο Υιός του Θεού γίνεται άνθρωπος, υπομένει εξευτελισμούς, ύβρεις, πόνο και θάνατο. Όλα αυτά τα υπομένει με σιωπή και πραότητα.
Τρίτον, ο Σταυρός μάς διδάσκει την ελπίδα. Γιατί μετά τον Γολγοθά έρχεται η Ανάσταση. Καμία δοκιμασία δεν είναι το τέλος. Όταν υπάρχει ο Χριστός, υπάρχει πάντα ελπίδα.
Ο Σταυρός βρίσκεται παντού στη ζωή του χριστιανού, από τη στιγμή που γεννιόμαστε μέχρι την τελευταία μας στιγμή. Με το σημείο του Σταυρού αγιάζουμε τον εαυτό μας, το σπίτι μας και τη ζωή μας.
Με τον Σταυρό αρχίζουμε την προσευχή.
Με τον Σταυρό ευλογούμε την τροφή.
Με τον Σταυρό ζητούμε την προστασία του Θεού.
Το σημείο του Σταυρού είναι το όπλο του χριστιανού.
Σήμερα προσκυνούμε τον Τίμιο Σταυρό για να θυμηθούμε ότι η ζωή του χριστιανού είναι πορεία σταυρική, αλλά και αναστάσιμη. Όταν σηκώνουμε τον προσωπικό μας σταυρό με πίστη, τότε ο Θεός τον μεταμορφώνει σε ευλογία. Οι δοκιμασίες γίνονται σχολείο πνευματικό. Ο πόνος γίνεται δρόμος αγιασμού.
Η ιστορία της Εκκλησίας είναι γεμάτη από ανθρώπους που πέρασαν μέσα από τον Σταυρό για να φτάσουν στη δόξα της Αναστάσεως.
Ο Σταυρός, λοιπόν, δεν είναι σύμβολο ήττας, αλλά σύμβολο νίκης. Είναι το λάβαρο της σωτηρίας. Είναι η γέφυρα που ενώνει τη γη με τον ουρανό.
Και καθώς συνεχίζουμε την πορεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ας κρατήσουμε μέσα στην καρδιά μας αυτό το μήνυμα: ότι μετά τον Σταυρό έρχεται η Ανάσταση.
Με πίστη, υπομονή και μετάνοια ας βαδίσουμε τον δρόμο που ανοίγεται μπροστά μας, ώστε όταν φτάσουμε στην Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα να μπορέσουμε να ψάλουμε με χαρά:
Χριστός Ανέστη!
Κατακλείοντας, αισθάνομαι, την ανάγκη να εκφράσω τις θερμές και υιικές μου ευχαριστίες προς τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη και Ποιμενάρχη μας, κ.κ. Δωρόθεο Β΄, ο οποίος με την πατρική του αγάπη μού έδωσε την ευλογία, και την ιδιαίτερη τιμή, αναθέτοντας μου να κηρύξω τον θείο λόγο κατά την σημερινή Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως. Τον ευχαριστώ εκ βάθους καρδίας για την εμπιστοσύνη και την πατρική του μέριμνα και εύχομαι ο Κύριος, διά του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, να του χαρίζει υγεία, δύναμη και μακροημέρευση, ώστε να συνεχίζει να ποιμαίνει θεοφιλώς την ευλογημένη αυτή τοπική μας Εκκλησία. Αμήν!”
