Οἱ ἀνοιξιάτικες ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου τρύπωναν ἀπό τά παράθυρα στή μικρή γκαρσονιέρα τῆς Ἐμμανουηλίας. Ἡ νεαρή φοιτήτρια τοποθετοῦσε προσεκτικά στόν σάκκο τά τελευταῖα πράγματα πού θεώρησε ἀπαραίτητα γιά τίς λίγες μέρες πού θά ἔμενε στό χωριό της. Θά πήγαινε γιά τό Πάσχα ἐκεῖ, ὅπως καί ὅλες οἱ φίλες της.
Πότε πέρασαν τρία χρόνια μακριά ἀπό τό σπίτι; Συλλογίστηκε. Κόντευε νά τελειώσει τή Σχολή, πού εἶχε ξεκινήσει μέ τόσα ὄνειρα. Στήν πορεία πολλά πράγματα εἶχαν ἀλλάξει.
Ἀπό μικρό κοριτσάκι, κοντά στούς καλούς γονεῖς καί τούς εὐσεβεῖς παπποῦδες της, πῆρε σωστή ἀγωγή, ἀρχές καί ἀξίες. Πέρασε χαρούμενα ἐφηβικά χρόνια μέ τήν παρέα της στό χωριό. Ἦταν δεμένη παρέα. Μετά τίς Πανελλήνιες συνέχισαν τήν κοινή τους πορεία στή Θεσσαλονίκη, φοιτήτριες πλέον. Μόνο πού οἱ ἄλλες γρήγορα ἄλλαξαν. Νωρίς παρασύρθηκαν, ἤθελαν νά χαροῦν τή «φοιτητική ζωή». Η Ἐμμανουηλία φοβήθηκε τήν ἀπόρριψη καί τή μοναξιά κι ἄκριτα τίς ἀκολούθησε.
Οἱ ἐπισκέψεις στό σπίτι ἀραίωσαν μέ τόν καιρό. Ὅσο γιά τήν ἐκκλησία, οὔτε λόγος. Στούς γονεῖς της δέν ἔδινε φυσικά καμιά ἀναφορά. Ἀπέφευγε τίς ἐρωτήσεις τους καί κάθε φορά πού πήγαινε στό χωριό ἦταν κλειστή καί ἀπόμακρη. Δέν τούς ἄφηνε περιθώρια γιά ὑποδείξεις καί μαθήματα. Κι ἐκεῖνοι ἀπό ἀγάπη, ἀλλά καί φόβο μήπως χάσουν τό παιδί τους, δέν τήν πίεζαν, μόνο μυστικά προσεύχονταν νά τή φωτίσει ὁ Θεός, πού τόσο ἀγαποῦσε ὅταν ἦταν μικρό κοριτσάκι.
***
Μεγάλη Παρασκευή. Ἡ Ἐμμανουηλία, καθισμένη στόν καναπέ, μέ τό κινητό στό χέρι κανόνιζε τήν ἑπόμενη ἔξοδο μέ τήν παρέα της, τώρα πού μαζεύτηκαν ὅλες στό χωριό. Ἡ γιαγιά της μόλις εἶχε γυρίσει ἀπό τήν ἐκκλησία καί σιγοέψελνε. Τό ἀσταμάτητο πένθιμο χτύπημα τῆς καμπάνας εἶχε ξεκινήσει ἀπό ὥρα καί ἡ Ἐμμανουηλία ἔκανε τεράστιες προσπάθειες νά συμβιβαστεῖ.
— Μᾶς ξεκούφανε ὁ παπα-Γιώργης. Ἐντάξει, τό καταλάβαμε ὅτι εἶναι Μ. Παρασκευή. Ἀλλά ἔχουμε καί νά ξεκουραστοῦμε.
Τό ἤρεμα βλέμμα τῆς γιαγιᾶς κατευθύνθηκε πρός τό νεαρό κορίτσι.
— Παιδί μου, σήμερα πάσχει ὁ Θεός. Καί μᾶς καλεῖ ὅλους στό ξόδι Του.
— Ὅποιος ἐνδιαφέρεται, γνωρίζει τί μέρα εἶναι καί θά πάει. Ἐμεῖς γιατί πρέπει νά τήν ἀκοῦμε ὅλη τήν ἡμέρα; ἀπάντησε τώρα ἐπιθετικά.
— Κι ἄν δέν πηγαίνουμε σέ ὅλες τίς κηδεῖες τοῦ χωριοῦ, σ’ αὐτήν ὅλοι μας θά πᾶμε. Γιατί κηδεύουμε τόν Πλάστη καί Εὐεργέτη μας, τόν Πατέρα μας. Ἀπό ἀγάπη χτυπᾶ τήν καμπάνα ἡ Μάνα Ἐκκλησία. Κάποιος θά ξεχάσει, ἄλλος θά βαρεθεῖ. Κι ἄλλος πεισματικά θά ἀρνηθεῖ τό προσκύνημα τῆς ἀγάπης στόν μεγάλο Νεκρό. Γι’ αὐτό θά χτυπᾶ ὥς τό βράδυ.
Ἡ Ἐμμανουηλία πετάχτηκε ἀπό τόν καναπέ, ἔτρεξε στό δωμάτιό της κι ἔκλεισε τήν πόρτα μέ δύναμη.
— Δέν τό ἀντέχω ἄλλο αὐτό. Εἶπε καί ἔβαλε τά χέρια της στά αὐτιά, νομίζοντας πώς ἔτσι θά πάψει τό κάλεσμα τῆς καμπάνας.
Πόσες ἀναμνήσεις τῆς ἔφερνε ὁ χτύπος αὐτός! Πῶς ἔτρεχε μικρό κοριτσάκι νά στολίσει τόν Ἐπιτάφιο μαζί μέ τίς φίλες της… Πῶς ξενυχτοῦσε μέ τή γιαγιά μπροστά στόν Ἐσταυρωμένο… Κι ὅταν τήν ἔπαιρνε ὁ ὕπνος, πεταγόταν μέ ἀγωνία νά δεῖ ἄν βρίσκεται ἀκόμα ἐκεῖ, κοντά Του. Ἀλλά αὐτό πού λαχταροῦσε πιό πολύ ἦταν νά ντυθεῖ μυροφόρα! Καί δέν τήν κούραζε καθόλου ἡ ὀρθοστασία στήν πολύωρη Ἀκολουθία.
— Θεέ μου, εἶμαι ἐλεύθερη! Δέν θέλω τήν τυράννια Σου, ξέσπασε, πιό πολύ γιά νά ἀκούσει τή φωνή της καί νά τό πιστέψει καί ἡ ἴδια. Εἶπα, εἶμαι ἐλεύθερη! Φώναξε πιό δυνατά.
Ἡ ἀπελευθέρωση ἦταν ὁ στόχος τῆς ζωῆς της… Μά, μέσα σ’ αὐτή τήν ἀπελευθέρωση ἔνιωθε τώρα σκλαβωμένη. Νά ξεπερνᾶ τά ὅρια, νά φέρεται ἀνάρμοστα, νά ἀδικεῖ τόν ἑαυτό της καί τούς ἄλλους, ὄχι, αὐτό δέν ἦταν ἐλευθερία! Ἡ εὐαίσθητη ψυχή της δέν ἀναπαυόταν στήν ἁμαρτία. Ἀνησυχία, ταραχή, τύψεις, αὐτά κέρδισε τόσα χρόνια. Σωριασμένη στό πάτωμα, μέ μάτια κατακόκκινα ἀπό τό κλάμα, τό ὁμολόγησε:
— Θεέ μου, τυράννια εἶναι μακριά Σου…
Λίγο πρίν τίς 3 τό μεσημέρι ἔστειλε μήνυμα στήν παρέα. «Δέν θά ἔρθω σήμερα γιά καφέ». Δέν τήν ἐνδιέφεραν πιά τά σχόλια. Γλύκανε στά αὐτιά της ὁ ἦχος τῆς καμπάνας. Τώρα τόν ἄκουγε ἱκετευτικό, παρακλητικό, νά τήν καλεῖ μέ ἀγωνία καί ἀγάπη. Σάν νά χτυποῦσε μόνο γι’ αὐτήν. Σάν νά φώναζε: «Ἐμμανουηλία, ἔλα!».
***
Μπαίνοντας στόν ναό, ἀνάσανε μέ ἀνακούφιση. Πόσο τῆς εἶχε λείψει! Βρέθηκε μπροστά στό προσκυνητάρι γιά νά ξαναδεῖ, μετά ἀπό χρόνια, τόν Χριστό πού πίκρανε, νά Τόν προσκυνήσει, νά λυτρωθεῖ. Δακρυσμένη ἔφτασε στό κέντρο τοῦ ναοῦ, μπροστά στόν καταστόλιστο Ἐπιτάφιο.
— Συγνώμη, Χριστέ μου. Κι ἐγώ Σέ ἀρνήθηκα, Σέ πρόδωσα, Σέ σταύρωσα…
Λίγο πιό πέρα εἶδε τόν παπα-Γιώργη. Πῆγε καί πῆρε τήν εὐχή του.
— Ἐμμανουηλία, ἐσύ εἶσαι; εἶπε κρύβοντας τή συγκίνησή του, πού τήν ἔβλεπε ξανά στήν ἐκκλησία.
— Πάτερ, μή σταματᾶς νά χτυπᾶς τήν καμπάνα! Κι ἄλλοι νά ξυπνήσουν… Κι ἄλλοι νά θυμηθοῦν…
— Γιά τόν Χριστό μας τή χτυπᾶμε σήμερα, παιδί μου, γιά τόν μεγάλο Νεκρό.
— Καί γιά μένα καί γιά ὅλους τούς νεκρούς στήν ψυχή, πάτερ. Εὐχαριστοῦμε!
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ