Η Πανήγυρις 2026 του ενοριακού ναού του Αγ. Αθανασίου Σύμης

Τήν ἱερά μνήμη τοῦ Ἐφόρου καί προστάτου της Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας, τίμησε μέ τήν δέουσα λαμπρότητα, ἡ φερώνυμη ἱστορική Ἐνορία τῆς Σύμης, κατά τό διήμερον τῆς 17ης καί 18ης Ἰανουαρίου 2026. Τό περικαλλές κτιριακό συγκρότημα τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, δεσπόζει σέ κεντρικότατο σημεῖο τοῦ Χωριοῦ τῆς Σύμης καί ἀποτελεῖ ἕνα κόσμημα ἐξαιρετικῆς ὡραιότητος μεταξύ τῶν ἐκκλησιαστικῶν μνημείων τῆς Νήσου μας.

Τό ἑσπέρας τοῦ Σαββάτου, ἐτελέσθη ὁ Μέγας Πανηγυρικός Ἑσπερινός, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου  κ. Χρυσοστόμου, πλαισιουμένου ὑπό τοῦ Θεοφιλ. Βοηθοῦ Αὐτοῦ Ἐπισκόπου Ροδοστόλου κ. Ἀντωνίου καί ἐκ τοῦ Ἐφημεριακοῦ Κλήρου τῆς Σύμης. Προσῆλθαν πολλοί πιστοί γιά νά ἀνάψουν τό κερί τους, νά προσκυνήσουν  τό χαριτόβρυτο ἀπότμημα τοῦ Ἱεροῦ Λειψάνου τοῦ Ἁγίου καί νά προσευχηθοῦν στόν ἄτλαντα αὐτόν τῆς ὑγιοῦς πίστεως, πού κατατρόπωσε τίς αἱρετικές δοξασίες τοῦ Ἀρείου, στερεώνοντας εἰς τούς αἰῶνας τήν Ὀρθοδοξία, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ Δήμαρχος Σύμης κ. Ἐλευθέριος Παπακαλοδούκας, ὁ Βουλευτής Δωδεκανήσου κ. Μάνος Κόνσολας, ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Σύμης κ. Φίλιππος Δερμιτζάκης, ὁ Ἀντιδήμαρχος κ. Νικήτας Γρύλλης, ὁ μέχρι τοῦδε Διοικητής Δ.Α.Ν. τῆς Σύμης κ. Χαράλαμπος Κατηφόρης, ἄρτι προαχθείς εἰς Ταξίαρχον καί ὁ Λιμενάρχης Σύμης κ. Σταῦρος Μακρῆς, ἐνῶ συμμετεῖχαν καί Μέλη τῆς ΕΔΟΚ Σύμης. Πρό τῆς Ἀπολύσεως καί ἐκ μέρους τῆς Ἐνορίας, ὁ Ἐφημέριος Οἰκονόμος π. Ἐλευθέριος Ὀθίτης, δραττόμενος τῆς εὐκαιρίας τῆς Πανηγύρεως, προσέφερε εἰς τόν Θεοφιλέστατον Ἐπίσκοπον Ροδοστόλου κ. Ἀντώνιον καλλιτεχινικότατον Ἀρχιερατικόν Ἐγκόλπιον, διά τήν πρόσφατον εἰς Ἐπίσκοπον Χειροτονίαν του.  Ἐν συνεχείᾳ στήν παρακείμενη ἐνοριακή αἴθουσα, προσεφέρθη ἑόρτια Τράπεζα.

RODIAKON 2

Την, Κυριακή 18η Ἰανουαρίου 2026, κυριώνυμος ἡμέρα τῆς ἑορτῆς, ὁ Σεβ. Μητροπολίτης χοροστάτησε στόν Ὄρθρο, τέλεσε τήν Θεία Λειτουργία καί εὐηγγελίσθη τόν θεῖο λόγο στούς πιστούς, ἔχοντας συλλειτουργούς του, ὁμοίως τόν Θεοφιλέστατο Βοηθό Του Ἐπίσκοπο Ροδοστόλου κ. Ἀντώνιο, τόν Ἐφημέριο τοῦ ἑορτάζοντος Ἱ. Ναοῦ Οἰκονόμο π. Ἐλευθέριο Ὀθίτη καί τούς Ἐφημερίους, τῆς Μεγάλης Παναγίας π. Παντελεήμονα Μακρόπουλο, τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου π. Ἀντώνιο Μανιᾶ καί τοῦ Ἁγ. Δημητρίου π. Γεώργιο Κακακιό, ὡς καί τούς Διακόνους μας π. Παῦλον Τερεζάκη καί π. Νικόλαον Καρμανιῶλον.

Τό ἱ. ἀναλόγιο διακόνησαν γλυκυφθόγγως ὁ Πρωτοψάλτης κ. Λάζαρος Κουμεντάκης καί ὁ Ἱεροψάλτης κ. Ἀγαπητός Μιχελλής, ἐνῶ πέραν τῶν πολυπληθῶν πιστῶν, ἐκκλησιάσθησαν καί σήμερα  ὁ Δήμαρχος Συμαίων κ. Ἐλευθέριος Παπακαλοδούκας, ὁ Βουλευτής Δωδεκανήσου κ. Μάνος Κόνσολας, ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Σύμης κ. Φίλιππος Δερμιτζάκης, ὁ Ἀντιδήμαρχος κ. Νικήτας Γρύλλης, ὁ μέχρι τοῦδε Διοικητής Δ.Α.Ν. τῆς Σύμης κ. Χαράλαμπος Κατηφόρης, ἄρτι προαχθείς εἰς Ταξίαρχον, ὡς καί ἐκπρόσωποι τῶν λοιπῶν τοπικῶν Ἀρχῶν, Φορέων καί Συλλόγων.

Τέλος, ἔλαβε χῶρα ἡ Ἱ. Λιτανεία καί μετά τήν ἀπόλυση, μέ τήν μέριμνα τοῦ φιλόξενου καί δραστηρίου Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐνορίας καί τῶν κυριῶν αὐτῆς, προσεφέρθησαν στούς ἐκκλησιαζομένους ὁ καφές καί τά πλούσια πατροπαράδοτα κεράσματα.

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γεννήθηκε κατά τό ἔτος 295 μ.Χ. στήν Ἀλεξάνδρεια ἀπό Χριστιανούς γονεῖς καί ἔτυχε ἐπιμελημένης ἐκπαιδεύσεως φιλοσοφικῆς καί θεολογικῆς. Κατά τή νεανική του ἡλικία συνδέθηκε μέ τόν Μέγα Ἀντώνιο καί ἀσκήτευσε μαζί του στήν ἔρημο. Στήν ἀρχή χειροθετήθηκε ἀναγνώστης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας καί τό 318 μ.Χ. ἦταν ἤδη διάκονος. Τό ἔτος 325 μ.Χ. συνοδεύει τόν γέροντα Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρο στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας, ὅπου συνεκλήθη ἡ Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος, «τοῦ χοροῦ τῶν διακόνων ἡγούμενος». Ἐκεῖ, χάρη στήν μόρφωσή του καί μάλιστα στή θερμουργό καί ἀκλόνητη πίστη του, ἀναδείχθηκε ἕνας ἀπό τούς θαρραλέους ἀγωνιστές κατά τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου.

Κανένας, ἴσως, ἄλλος ἀπό τούς Πατέρες καί Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας, τῆς περιόδου ἐκείνης, δέν ἀντιμετώπισε τόσο σπουδαία ἐκκλησιαστικά καί θεμελιώδη προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἦταν τά περί Θεοῦ, κόσμου, ἀνθρώπου, δημιουργίας, τριαδολογίας, ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, σωτηρίας, χριστολογίας, πνευματολογίας, Οἰκουμενικῆς Συνόδου κ.ἄ.

Τό 328 μ.Χ, μετά τήν κοίμηση τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα καί ἐπισκόπου Ἀλεξανδρείας Ἀλεξάνδρου, μέ σύμφωνη ἀπόφαση κλήρου καί λαοῦ, χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος, ἕνεκα τοῦ μεγάλου ζήλου καί τῆς φήμης πού εἶχε ἀποκτήσει ὡς «ἀνυποχώρητου μαχητῆ» ὑπέρ τῆς ἀλήθειας τῆς Ἐκκλησίας. Ὡς ἐπίσκοπος ἄρχισε σημαντικό ποιμαντικό ἔργο, μελέτησε τίς ἀνάγκες τῶν μοναχῶν, κληρικῶν καί λαϊκῶν γιά τή καλύτερη δυνατή συμβίωση καί ἐναρμόνιση τῶν ρόλων τούς στό ἐκκλησιαστικό πλαίσιο. Ἐπίσης ἀνέπτυξε ἔντονη ἀντιαιρετική δράση, μέ κύριο στόχο τή διάδοση τοῦ ὀρθοῦ δόγματος τῆς ὁμοουσιότητας τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ. Ὑπῆρξε καί προεξάρχων μεγάλου φιλανθρωπικοῦ ἔργου στή περιοχή τῆς Ἀλεξάνδρειας.

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὡς «στύλος τῆς ὀρθοδοξίας», ἀγωνίστηκε ὅσο λίγοι γιά τή διαφύλαξη τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεως, πού προσπαθοῦσαν νά ἀλλοιώσουν οἱ αἱρετικοί, οἱ ὁποῖοι τόν πολέμησαν μέ λύσσα. Μέ συκοφαντίες καί κάθε λογής μηχανορραφίες κατάφεραν, πολλές φορές, νά τόν ἐξορίσουν καί νά τόν ἀπομακρύνουν ἀπό τό ποίμνιό του. Ἀξιοσημείωτο εἶναι τό ὅτι ἀπό τά σαρανταέξι χρόνια πού ἦταν Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας, τά δεκαέξι τά πέρασε στήν ἐξορία. Ἀλλά καί ἀπό ἐκεῖ δέν ἔπαψε νά μάχεται ὑπέρ τοῦ ποιμνίου του καί ἐναντίον τῆς αἱρέσεως.

Τό ἐξαιρετικό στήν περίπτωση τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, εἶναι τό πλούσιο συγγραφικό ἔργο του, παρά τίς πολύ μεγάλες διώξεις καί ἐξορίες τίς ὁποῖες ὑπέστη, μέ ἔργα ἀπολογητικά, ὑπέρ τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀντιαιρετικά, ἑρμηνευτικά – ἀσκητικά καί πρακτικά – ἐπιστολές, στα ὁποῖα μέ δυνατό λόγο καί σαφήνεια, διατύπωσε τίς ἀλήθειες τίς ὁποῖες οἱ αἱρετικοί διέστρεφαν.

Ἡ Ἐκκλησία σέ λίγους ἀνθρώπους ἔχει δώσει τήν προσωνυμία Μέγας. Μεταξύ αὐτῶν ἐξέχουσα θέση κατέχει ὁ ἑορταζόμενος Ἅγιος Ἀθανάσιος. Μέγας στόν ζῆλο, μέγας στήν ἀγάπη, μέγας στήν ἁγιότητα, μέγας στήν ὀρθοδοξία. Μέ αὐτά τά προσόντα του εἶναι τώρα τόσον ζωντανός στήν συνείδηση τοῦ χριστιανικοῦ πληρώματος, ὅσον ἦταν καί ὅταν ζοῦσε σωματικῶς. Τέλος καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἀρχίζει μέ τήν χαρακτηριστική φράση τόν ἐπιμνημόσυνο λόγο του στόν Μέγα Ἀθανάσιο, «Ἀθανάσιον ἐπαινῶν, ἀρετήν ἐπαινέσομαι». Πράγματι ὑπῆρξε ὑπόδειγμα ἀρετῆς, ἀφοῦ αὐτή εἶναι καρπός ἀληθινῆς κοινωνίας μέ τόν ζῶντα Τριαδικό Θεό.

Ἀκολουθεῖ φωτογραφικό λεύκωμα.

ΜΕΓΑΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ

ΟΡΘΡΟΣ & ΔΙΣΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

 

 

 

Ακολούθησέ μας....

Κοινοποίησέ το....

Στην ίδια κατηγορία...

Κατηγορίες