Ἡ θεία χάρη

απο το περιοδικο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2026

 

Ὁ ἄνθρωπος στήν ἐποχή μας ζεῖ σέ μία μόνιμη ταραχή. Πουθενά δέν μπορεῖ νά βρεῖ λίγη ἠρεμία. Κι αὐτό δέν ὀφείλεται στούς ἄλλους ἀνθρώπους, ἀλλά ἔχει ὡς αἰτία τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό. Τά πάθη, ὁ ἐγωισμός του, οἱ ἀδυναμίες του, ἡ ἀντίστασή του ἀπέναντι στόν Θεό συντείνουν στήν ἀπώλεια τῆς ἐσωτερικῆς του εἰρήνης. Κάποτε ὅμως, ἀφοῦ ταπεινωθεῖ, ἔρχεται ἡ θεία χάρις καί τά γαληνεύει ὅλα. Τό πότε θά γίνει αὐτό καί σέ ποιούς ἀνθρώπους μόνο ὁ Θεός τό ξέρει.

Γιά νά γνωρίσει κανείς τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, γιά νά πιστέψει στόν Θεό, εἶναι ἀπαραίτητη ἡ χάρις. Ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος πῆγε στή μακεδονική πόλη τῶν Φιλίππων, γιά νά κηρύξει τό Εὐαγγέλιο, μεταξύ αὐτῶν πού τόν ἄκουσαν ἦταν καί μία γυναίκα, ἡ Λυδία, ἔμπορος πορφυρῶν ὑφασμάτων. Καθώς ἄκουγε τό κήρυγμα, ὁ Κύριος ἄνοιξε τήν καρδιά της, ὥστε νά προσέχει αὐτά πού λέγει ὁ Παῦλος (Πράξ. ιστ΄ 14). Ὁ Θεός τῆς ἄνοιξε τήν καρδιά. Πρέπει τό χέρι τοῦ Θεοῦ νά ἀγγίξει καί τή δική μας καρδιά, ὥστε νά γίνουμε δεκτικοί τῆς θείας χάριτος.

Δέν ὑπάρχει σπουδαιότερο πρᾶγμα ἀπό τό νά ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος τή χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Μία φορά ἄν ἀγγίξει τήν καρδιά του, δέν τό ξεχνᾶ ποτέ αὐτό. Πάντα θά τή θυμᾶται καί πάντα θά τήν ἐπιζητεῖ.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι φυσιολογικός, ὅταν ἔχει αὐτή τή θεϊκή ἐνέργεια μέσα του. Χωρίς αὐτήν παύει νά ζεῖ ἀληθινή ζωή καί ἁπλῶς ὑπάρχει. Ὅσες ἀρετές κι ὅσα προσόντα κι ἄν ἔχει, ὅσο ἱκανός κι ἄν εἶναι, ἐάν δέν ὑπάρχει μέσα του ἡ θεία χάρη εἶναι φτωχός. Ἡ ζωή του εἶναι παγερή, ἀσφυκτική καί ἄχαρη.

Οὔτε καί τά ἐπιτεύγματα τῆς σύγχρονης τεχνολογίας μποροῦν νά τόν χορτάσουν. Γι’ αὐτό, ὁ ἄνθρωπος στίς μέρες μας πεινάει πνευματικά. Μόνο ὁ Θεός μέ τή χάρη Του μπορεῖ νά χορτάσει τόν ἄνθρωπο. Κι ὄχι μόνο νά τόν χορτάσει, ἀλλά νά τόν μεταμορφώσει ὁλοκληρωτικά. Ἡ ἐπίσκεψη τῆς θείας χάριτος στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, μόνο ἀπαρατήρητη δέν μπορεῖ νά περάσει.

Ὁ ἄνθρωπος γεμίζει μέ φῶς, μέ χαρά καί ἀγάπη. Αἰσθάνεται πολύ ἔντονα τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Νιώθει συντριβή καί μετάνοια. Ἐπικρατεῖ μέσα του μία ἀδιατάρακτη εἰρήνη λογισμῶν. Τότε καταλαβαίνει ὅτι ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή ζωή, ἐνῶ ἡ ὑπερηφάνεια ὁδηγεῖ στήν πνευματική τύφλωση. Τότε ἀπολαμβάνει τή γλυκύτητα τοῦ Θεοῦ. Ἡ χάρις εἶναι μία προκαταβολή αὐτοῦ πού μᾶς περιμένει στήν ἄλλη ζωή. Ὁ ἄνθρωπος ζεῖ τόν οὐρανό ἀπό αὐτή τή ζωή. Γεύεται τή χαρά τοῦ Παραδείσου.

Ἡ θεία χάρις κατακαίει τά πάθη. Ἀπό κεῖ πού νόμιζε κανείς ὅτι δέν μπορεῖ νά πετύχει κάτι, ὅτι δέν μπορεῖ νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό κάποιο πάθος, ἀπό μία ἀδυναμία, τελικά βλέπει ὅτι μπορεῖ. Αὐτό γίνεται μόνο μέ τή βοήθεια τῆς θείας χάριτος.

Μαθαίνει ὁ ἄνθρωπος νά ἀγαπᾶ, νά συγχωρεῖ, νά μπαίνει στή θέση τοῦ ἄλλου, νά συμπάσχει. Ἡ αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ φέρνει καί μεγάλο ζῆλο γιά τά πνευματικά.

Πλέον ὁ ἄνθρωπος ἀξιολογεῖ διαφορετικά τή ζωή του. Ὅλα τά θεωρεῖ ἀσήμαντα. Τό μόνο πού ἀξίζει εἶναι αὐτό. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι ἄχρηστα. Ἡ περίοδος αὐτή εἶναι μεγάλη εὐλογία ἀπό τόν Θεό.

Δυστυχῶς ὅμως δέν διαρκεῖ γιά πολύ. Ἐνῶ ἔρχεται ἡ χάρη καί ἀγγίζει τήν ψυχή καί δίνει στόν ἀγωνιζόμενο Χριστιανό μία πρόγευση τοῦ Παραδείσου, μετά ἀπό λίγο φεύγει. Τή χαρά καί τήν ἀγαλλίαση διαδέχονται ἡ λύπη καί ἡ ἀκηδία. Καί τότε βιώνει ὁ ἄνθρωπος αὐτό πού λέγεται «θεοεγκατάλειψη». Πρόκειται γιά μία πολύ ὀδυνηρή ἐμπειρία. Νιώθει κανείς ὅτι ὁ Θεός τόν ἐγκατέλειψε. Στήν πραγματικότητα, δέν μᾶς ἐγκαταλείπει ὁ Θεός, ἁπλῶς κρύβεται, γιά νά ταπεινωθοῦμε καί νά μᾶς κάνει νά Τόν ἀναζητήσουμε μέ πόθο.

Ἔτσι, ὅσο ὁ ἄνθρωπος ζεῖ μέσα στά πάθη, μένει μακριά ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὅσο ἔχει ὡς κέντρο τῆς ζωῆς του τόν ἑαυτό του, εἶναι φίλαυτος καί στραμμένος στό ἐγώ του, ἀποκλείεται ἀπό τή θεία χάρη. Ὅσο ἐλπίζει στόν ἑαυτό του καί ἐμπιστεύεται μόνο τό μυαλό του, γίνεται ἀκατάλληλο δοχεῖο, γιά νά ἐναποθέσει ὁ Θεός τή χάρη Tου.

Ἐάν διανοηθοῦμε νά σκεφθοῦμε ὅτι κάτι εἴμαστε, ἡ θεία χάρις μᾶς ἐγκαταλείπει ἀμέσως. Κι ἔρχονται οἱ πειρασμοί, γιά νά καταλάβουμε ὅτι μόνοι μας εἴμαστε ἕνα τίποτα. Ἀναφωνοῦσε ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Χάριτι δέ Θεοῦ εἰμι ὅ εἰμι» (Α΄ Κορ. ιε΄ 10). Εἴμαστε αὐτό πού εἴμαστε μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὅ,τι καλό κάνουμε, τό κάνουμε μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ὀφείλουμε ἑπομένως νά εἴμαστε προσεκτικοί στή ζωή μας, γιά νά μή χάσουμε τή χάρη. Ἄν σβήσει ἡ φλόγα, χρειάζεται πολύς κόπος γιά νά ξανανάψει.

Αὐτό πού κυρίως διαφυλάσσει τή χάρη εἶναι ἡ ταπείνωση. Ἀναφέρει τό Εὐαγγέλιο: «Ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν» (Ἰακ. δ΄ 6). Ὅσο κανείς ὑπερηφανεύεται ὅτι κάτι εἶναι καί ὅτι μπορεῖ νά τά καταφέρει μόνος του, φεύγει ἡ χάρις. Χρειάζεται νά ταπεινωθεῖ.

Ἡ θεία χάρη συντηρεῖται μέσα μας μέ τήν προσεκτική πνευματική ζωή, μέ τή συμμετοχή μας στή Θεία Λειτουργία, μέ τήν προσευχή, μέ τόν ἀγῶνα κατά τῶν παθῶν, μέ τήν ἀποφυγή τῆς ἁμαρτίας.

Ἐν κατακλεῖδι, ὅλη ἡ πνευματική προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου πρέπει νά ἔχει ὡς στόχο τήν ἀναζήτηση τῆς χάριτος. Ὁ πόθος μας, ὁ καημός μας, πρέπει νά εἶναι πῶς θά ἀποκτήσουμε τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός θέλει νά μᾶς τή δώσει. Πρέπει ὅμως νά ἀγωνιστοῦμε γιά νά τήν ἀποκτήσουμε. Χριστιανός χωρίς χάρη δέν γίνεται.

Ακολούθησέ μας....

Κοινοποίησέ το....