Ιερατική Σύναξη στην Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς

Στο Συνεδριακό Κέντρο της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς στον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου Νέου Φαλήρου συνήλθε σήμερα Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2023 η Ιερατική Σύναξη της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς με γενικό θέμα «Η προσωπική βίωσις του μυστηρίου της Ιερωσύνης και ο προσωπικός αγιασμός ως προϋποθέσεις του αληθούς Επανευαγγελισμού του κόσμου».

Μετά την υποδοχή των συνέδρων και τον καθιερωμένο Αγιασμό, το λόγο έλαβε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ.Σεραφείμ. «Όλοι σας είστε πολυπροσοντούχοι άνθρωποι με γενναία κατάρτιση στα πνευματικά ζητήματα, με εμπειρίες που προκύπτουν άμεσα από τη διακονία σας», σημείωσε αρχικά στην εισαγωγική του τοποθέτηση ο Σεβασμιώτατος, καλωσορίζοντας τους Ιερείς στην ετήσια αυτή σύναξη. «Η Χάρις του Θεού έχει επιδαψιλεύσει ευλογίες πολλές μέσα από την δική σας έμπονη ιερατική διακονία και προσφορά», πρόσθεσε Δοξολογώντας τον Πανάγιο Θεό μας «για αυτήν την ευλογία που μας χαρίζει να είμεθα όλοι μαζί και να αισθανόμεθα αυτήν την κοινωνία της πνευματικής μας σχέσεως και της εν Χριστώ αλληλοπεριχωρήσεώς μας, διότι», όπως χαρακτηριστικά είπε, «δεν υπάρχει μεγαλύτερη δύναμη και μεγαλύτερος πλούτος από αυτό το γεγονός της βαθιάς εσωτερικής μας μετοχής».

«Ζούμε σε μία πραγματικά δύσκολη εποχή. Σε μία εποχή η οποία ιστορικά τουλάχιστον ισχυρίζεται ότι είναι μετανεωτερική» επεσήμανε στην συνέχεια ο Σεβασμιώτατος, υπογραμμίζοντας πως «εάν κανείς λίγο εισχωρήσει πέρα από την κουρτίνα του ευπρεπισμού και του καθωσπρεπισμού, στην ουσία των πραγμάτων, δεν βλέπει καμία διαφορά από τις ιστορικές φάσεις που πέρασε η ιστορία των ανθρώπων. Τα ίδια πάθη, οι ίδιες αβελτηρίες, οι ίδιες δυσκολίες, οι ίδιες κακότητες το ίδιο μίσος, η ίδια διασάλευση και απομείωση της αλήθειας και γενικά μία επανάληψη της ιστορίας».

Ο Σεβασμιώτατος υπενθύμισε ότι μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, παρόλη τη σύσταση Διεθνών Οργανισμών με σκοπό να την αποτροπή των αιματοχυσιών του 20ου αιώνα, μόλις 23 χρόνια από την είσοδό μας στην τρίτη χιλιετία της ανθρωπότητος «το αίμα εξακολουθεί να ποτίζει τη φλεγομένη μας γη, τα εγκλήματα είναι καθημερινή πρακτική, η βία, το ψέμα, η ασέλγεια, η απάτη, η καταδολίευση ανθρώπου από άνθρωπο, όλα αυτά που δήθεν ανήκαν σε κάποια παρωχημένη εποχή και ότι σήμερα στη μετανεωτερική εποχή του υπερανθρωπισμού και του μετανθρωπισμού θα είναι πλέον παρελθόν».

Αναφέροντας ότι το ίδιο ψεύδος που ακούστηκε στον κήπο της Εδέμ χιλιάδες χρόνια πριν από τον αρχέκακο όφι, «αλλά με άλλο περιτύλιγμα παρουσιάζεται και σήμερα στην ανθρωπότητα από τον ίδιο διατάκτη, τον ίδιο διαγγελέα, τον μισάνθρωπο και μισόθεο διάβολο», υπογράμμισε πως ο άνθρωπος πιστεύει «ότι μπορεί και πάλι να γίνει Θεός, να υπερβεί τον θάνατο, να νικήσει τα πάθη του, να δημιουργήσει μια παραδείσια επίγεια ζωή, να κάνει έναν κόσμο ζηλευτό, δίκαιο, όμορφο, χαριτωμένο, πλήρη, χωρίς καμία αναγωγή στον Δημιουργό της ζωής, χωρίς καμία σχέση με τον Αιώνιο Κύριο της δημιουργίας, χωρίς καμία επικοινωνία με το υπερβατικό και το ιερό και το όσιο». «Η ανθρωπότητα χωρίς την αναγωγή της στο υπερβατικό δεν αλλάζει», πρόσθεσε ο Σεβασμιώτατος, τονίζοντας παράλληλα πως «εάν κανείς τολμήσει να πει τα πράγματα με το όνομά τους, αμέσως στηλιτεύεται ως εχθρός του λαού, ως εχθρός της Δημοκρατίας, ως εχθρός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, γιατί ακριβώς επισημειώνει την αλήθεια».

«Η ιστορία μας διδάσκει και μας συνετίζει», είπε ο Σεβασμιώτατος και μιλώντας για ιστορικά γεγονότα και πραγματικότητες σημείωσε ότι «η ανθρώπινη φύση δεν αλλάζει όσοι αιώνες και χιλιετίες και να περάσουν, εάν δεν λάβει τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, εάν δεν προσορμιστεί στο λιμένα της Θείας Αληθείας». «Αυτή είναι η πραγματικότητα, αδελφοί, και μέσα σε τέτοιο κόσμο καλούμεθα να διακονήσουμε. Να διακονήσουμε τον λαό του Θεού, την νεολαία, που από την πολύ απαλή της ηλικία μυείται σε κάθε είδους παρέκβαση και σε κάθε είδους ανθρώπινη παρεκτροπή μέσα από το διαδίκτυο, μέσα από όποιες επικοινωνίες έχουν τα παιδιά και μέσα, δυστυχώς, και από την παιδεία, από την σχολική διαδικασία, όπου εκεί τα παιδιά μας υφίστανται μια πλύση εγκεφάλου με διάφορες καινοφανείς και ψευδεπίγραφες θεωρήσεις που αποτελούν επανάληψη όλων αυτών των σκοτεινών αντιλήψεων της οικουμενικής μας ιστορίας» ανέφερε και συμπλήρωσε: «Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο αντιλαμβάνεστε πόσο μεγάλη σημασία έχει η διακονία μας και πόσο σημαντικό είναι το έργο το οποίο καλούμεθα να προσφέρουμε στο λαό μας και σε κάθε έναν άνθρωπο καλής θέλησης».

«Είναι ώρα μεγάλης προσευχής και μεγάλης εσωτερικής εκζητήσεως από τον Πανάγιο Θεό να μας καταρτήσει και να μας ενδυναμώσει και να μας χαριτώσει με το παράδειγμα των Αγίων μας, αλλά και με την Χάρη του Αγίου Πνεύματος». «Καλούμεθα να αποκτήσουμε φρόνημα γενναίο και φρόνημα πίστεως, απέναντι στη λαίλαπα των κακοδοξιών και των αιρέσεων, οι οποίες προσβάλουν την συνείδησή μας, αλλά και την πνευματικότητά μας», υπογράμμισε ο Σεβασμιώτατος, τονίζοντας παράλληλα ότι «δεν μπορεί να υπάρξει άλλη αλήθεια δίπλα στην αλήθεια». «Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, πόσο σοβαρό ζήτημα είναι η αλήθεια του δόγματος, γιατί τα φαύλα δόγματα γεννούν και φαύλο βίο. Είναι, επομένως, η εποχή μας πολύ δυσχερής και καλούμεθα σε πνευματική εγρήγορση και σε εσωτερική ενοείδεια, κοινωνία με το Φως που είναι ο Πανάγιος Θεός», ανέφερε ολοκληρώνοντας ο Σεβασμιώτατος.

Στην συνέχεια έδωσε τον λόγο στον Πρωτοπρεσβύτερο π.Γεώργιο Δορμπαράκη, ο οποίος ανέπτυξε το θέμα «Η προσωπική βίωσις του μυστηρίου της Ιερωσύνης και ο προσωπικός αγιασμός ως προϋποθέσεις του αληθούς Επανευαγγελισμού του κόσμου». Μετά το πέρας της ομιλίας ακολούθησε γόνιμη και εποικοδομητική συζήτηση.

Η Ιερατική Σύναξη της τοπική μας Εκκλησίας ολοκληρώθηκε με κοινή τράπεζα.

Ακολουθεί η εισήγηση του π.Γεωργίου Δορμπαράκη.

Δείτε σχετικό φωτογραφικό υλικό ΕΔΩ.

 

ΣΥΝΑΞΙΣ ΙΕΡΑΤΙΚΗ Ι. ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (7-11-2023)

ΘΕΜΑ: «Ἡ προσωπική βίωσις τοῦ μυστηρίου τῆς Ἱερωσύνης καί ὁ προσωπικός ἁγιασμός ὡς προϋποθέσεις τοῦ ἀληθοῦς Ἐπανευαγγελισμοῦ τοῦ κόσμου».

 

Α. Πρόκειται γιά τό πλέον ἴσως ἐπίκαιρο θέμα πού ἀπασχολεῖ τήν Ἐκκλησία καί κάθε ἐν ἐπιγνώσει χριστιανό, καθώς διαπιστώνει ὅτι ὁλοένα και περισσότερο ὁ κόσμος, καί μάλιστα ὁ χριστιανικός, ἀφίσταται ἀπό ὅ,τι συνιστᾶ φυσιολογική καί ὁμαλή λεγόμενη ζωή, ζωή δηλαδή μέ βάση τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Καί γιά μέν τόν κόσμο τόν ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχει ἐν μέρει δικαιολογία, γιά τόν ἤδη ὅμως χριστιανικό ποιά δικαιολογία μπορεῖ νά σταθεῖ; Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τόν δρόμο τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐπιλογή τοῦ προσωπικοῦ ἐγωϊστικοῦ θελήματος τοῦ ἀνθρώπου, αὐτό πού συνιστᾶ ὅπως εἴπαμε τήν κοινή πιά διαπίστωση, ἀποτελεῖ αὐτό πού ἐδῶ καί πολύ καιρό ἔχει χαρακτηρισθεῖ ὡς ἐκκοσμίκευση τοῦ χριστιανισμοῦ. Τί ἄλλο εἶναι ἡ ἐκκοσμίκευση παρά ὁ κίνδυνος πού ἤδη ἐπισημαίνεται ἀπό τούς ἁγίους Ἀποστόλους τοῦ Κυρίου ἀπαρχῆς τῆς ἱστορίας τῆς χριστιανικῆς πίστεως νά μή ζεῖ ὁ χριστιανός ἐν ἀντιθέσει πρός τόν κείμενο ἐν τῆ ἁμαρτία κόσμο, ἀλλά ὁ κόσμος νά τόν ἀπορροφᾶ καί νά τόν καθιστᾶ κι ἐκεῖνον ὡς ἕναν ἀπό αὐτόν. Μιλᾶμε γιά τήν ἀλλοίωση τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἀνατρέπεται ἡ ὀρθή φορά τῶν πραγμάτων: ἀντί ὁ χριστιανός νά ἀποτελεῖ τή ζύμη τήν ἀληθινή πού θά ζυμώσει τόν κόσμο γιά νά γίνει ἐνχριστος καί ἔνθεος κόσμος, ὁ κόσμος τελικῶς νά ζυμώνει τόν ἄνθρωπο καί νά τόν καθιστᾶ ὅπως εἴπαμε κομμάτι δικό του. «Μή συσχηματίζεσθε τῷ αἰῶνι τούτῳ» ἀκούγεται ὁ αἰώνιος λόγος διά στόματος ἀποστόλου Παύλου, διότι «ὁ κόσμος ὅλος κεῖται ἐν τῷ Πονηρῷ».

Τήν κρισιμότητα καί τήν ἐπικαιρότητα τοῦ θέματος ἔθεσε και πρό καιροῦ ἡ ἴδια ἡ Ἱ. Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅταν ἐν ἐκτάσει καί ἐπ’ἀρκετόν συζήτησε τήν ἀνάγκη πιά ἐπανευαγγελισμοῦ τῶν πιστῶν, καθώς διεῖδε τό ἀκατήχητο πολλῶν χριστιανῶν μέ τίς ἀκρότητες τῶν ἐνεργειῶν τους εἴτε κατά τίς ἡμέρες τῆς πανδημίας εἴτε καί μετέπειτα, καί ὄχι μόνο, μέ τήν ἑτοιμότητα ἀντιδράσεώς τους σέ κάθε σώφρονα πρότασή της γιά τά προβλήματα πού ἀναφύονται στήν ἐποχή μας. Διότι τί ἄλλο φανερώνει ἡ σχεδόν ἀντανακλαστική ἀντίδραση ἄρνησης ὑπακοῆς πολλῶν στή φωνή τῆς Ἐκκλησίας παρά τό γεγονός τῆς ἀλλοίωσης τῶν ἐκκλησιαστικῶν κριτηρίων τους, τή σύγχυση καί τή θόλωση τῆς διανοίας τους, τήν πορεία τους ἐν τέλει μέ βάση τό ἀρρωστημένο καί θεληματάρικο λεγόμενο ἐγώ τους;

Λοιπόν, καί ἡ δική μας Σύναξη σήμερα στοιχεῖ νομίζουμε σ’ αὐτήν τήν ἀγωνία τῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας μας, πού θά πεῖ στήν ἀγωνία καί τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Σεραφείμ, γιά τό τί μποροῦμε καί πρέπει νά κάνουμε ὡς ἱερεῖς, ὡς ἔχοντες δηλαδή ἀναλάβει τή χαρισματική διακονία τῆς διαποίμανσης τοῦ πιστοῦ λαοῦ μας, ὥστε τουλάχιστον ὅσον αφορᾶ ἐμᾶς νά ἔχουμε τή συνείδησή μας, ἄς ποῦμε ἥσυχη κατά τό δυνατόν, ὅτι δέν κοιμόμαστε καί δέν ἀφήσαμε τό ποίμνιό μας ἕρμαιο στά χέρια τοῦ λύκου δαίμονος. Καί θέλω νά εὐχαριστήσω αὐτονοήτως τόν Σεβασμιώτατο, διότι παρ’ ὅλον ὅτι δέν νιώθω ὅτι εἶμαι ὁ καταλληλότερος γιά τήν εἰσήγηση αὐτή τήν τόσο σοβαρή καί κρίσιμη – καί δέν εἶναι σχῆμα ταπεινολογίας τοῦτο, ἀφοῦ ὑπάρχουν πολύ καλύτεροι καί ἐμπειρότεροι καί πνευματικότεροι καί πιό καταρτισμένοι ἀδελφοί συμπρεσβύτεροι ἀπό ἐμένα –  ἐκεῖνος θέλησε σ’ἐμένα νά ἀναθέσει τή διακονία αὐτή. Τόν εὐχαριστῶ λοιπόν γιά τήν ἐμπιστοσύνη στό πρόσωπό μου καί παρακαλῶ καί τόν ἴδιο ἀλλά καί ὅλους νά δώσει δύναμη καί χάρη ὁ Θεός ὥστε αὐτά πού μέ ἁπλότητα θά εἰπωθοῦν νά λειτουργήσουν ὡς μικρό ἔναυσμα περαιτέρω ἐμβάθυνσης καί συζήτησης καί σ’ἕναν βαθμό καί ἀλλαγῆς πορείας μας.

Β. Ἤδη ἡ διατύπωση τοῦ θέματος ἀποκαλύπτει καί τά μέρη τῆς  διαπραγματεύσεώς του: Τό πρῶτον, ὁ ἐπανευαγγελισμός τοῦ κόσμου, μέ τήν προσθήκη τοῦ ἐπιθετικοῦ προσδιορισμοῦ «ἀληθής», τό δεύτερον, οἱ δύο προϋποθέσεις πού ἀπαιτοῦνται γιά τόν σκοπό αὐτό: ἡ προσωπική βίωση τοῦ μυστηρίου τῆς ἱερωσύνης καί ὁ προσωπικός ἁγιασμός, προϋποθέσεις πού ἀπό ὅ,τι θα φανεῖ νομίζουμε συνιστοῦν μία πραγματικότητα, ζεῦγος ἱερό καί ἀξεδιάλυτο.

  1. Ὁ ἐπανευαγγελισμός τοῦ κόσμου.

(1) Πρέπει νά τόν ἐννοήσουμε μέ διπλή ἔννοια. Μέ τήν ἔννοια πού ἐξαρχῆς σημειώσαμε, ὡς ἀνάγκη ἐπανακατήχησης τοῦ κόσμου μας, κηρύξεως τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Κυρίου σ’ ἕναν κόσμο πού διαρκῶς ἀπομακρύνεται ἀπό τό θεμέλιο καί τόν Δημιουργό του, ὅταν μάλιστα διαπιστώνει κανείς τήν ἰλιγγιώδη ταχύτητα ἀλλαγῆς του καί ἐπανακαθορισμοῦ του μέ βάση κάθε ἄλλο παρά τίς ἀρχές τοῦ Εὐαγγελικοῦ λόγου, κάτι πού θά δοῦμε καί στή συνέχεια ὅτι συνιστᾶ σύμπτωμα τῆς εἰσόδου μας ἐδῶ καί καιρό στή λεγόμενο μετανεωτερική ἐποχή, ἤ τήν ὕστερη νεωτερική κατ’ ἄλλους, ὁπότε ὅ,τι μέχρι πρό τινος ἐθεωρούσαμε δεδομένο πρέπει νά τό ἀμφισβητήσουμε˙ ἀλλά καί μέ τήν ἔννοια τῆς ἀνάγκης τοῦ ἀδιάκοπου καί ἐπιμόνου εὐαγγελισμοῦ ὅλων μας, λόγω τῆς ἴδιας τῆς ἀνθρώπινης φύσεώς μας ἡ ὁποία «ρέπει ἐπί τά πονηρά ἐκ νεότητος αὐτῆς καί μάλιστα ἐπιμελῶς». Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι δέν εἶναι μία ἐπικαιρική ἁπλῶς ἀντίδραση στήν περίεργη καί παράδοξη μετανεωτερική ἐποχή μας ἡ ἀνάγκη τοῦ ἐπανευαγγελισμοῦ, ἀλλά μία βαθειά καί μέ ἐπίγνωση ἀντίδραση τῆς χριστιανικῆς συνειδήσεώς μας σέ αὐτό πού γνωρίζουμε ὡς ἀνθρώπινη φύση, ἡ ὁποία μπορεῖ νά ἔχει ἀνακαινισθεῖ ἐν Χριστῶ, ἀλλά σέ αὐτόν τόν κόσμο πάντοτε ὑφίσταται τίς ἐπιρροές τῆς ἁμαρτίας καί ἄν δέν προσέξει μπορεῖ ἀνά πᾶσα στιγμή νά βρεθεῖ στήν ἀντίπερα ὄχθη, στήν κατάσταση τοῦ ἀντιχρίστου, ὅπου ἡ ἁμαρτία ἔχει τόν πρῶτο καί κυρίαρχο λόγο.

Κι ἄς ἐπιμείνουμε λίγο ἐπ’ αὐτοῦ. Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου μας εἶναι παραπάνω ἀπό σαφής καί λειτουργεῖ ὡς φωτιά: «Ὁ μή ὤν μετ’ ἐμοῦ κατ’ ἐμοῦ ἐστι καί ὁ μή συνάγων μετ’ ἐμοῦ σκορπίζει». Ὅποιος δέν βρίσκεται στήν ἀδιάκοπη ἀκολουθία τοῦ Κυρίου, στό κυνηγητό θά λέγαμε τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν, ἐκεῖνος αὐτομάτως μεταβαίνει στήν ἐνάντια θέση πρός Αὐτόν, γίνεται κυριολεκτικά ἀντίχριστος – δέν ὑπάρχει ἐνδιάμεση κατάσταση! Δέν εἶναι τυχαῖο γι’ αὐτό ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος,  καί ὅχι μόνον βεβαίως, διαλαλεῖ «ὁ δοκῶν ἑστάναι βλεπέτω μή πέσῃ», γιατί καιροφυλακτεῖ ὄχι μόνο ὁ Πονηρός διάβολος πού κατά τόν ἀπόστολο Πέτρο «ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ», ἀλλά πρώτιστα ὁ ὅλος περίγυρός μας, ἡ περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα πού λέμε, μέσα στήν ὁποία κατ’ ἀνάγκη βρισκόμαστε κι ἐμεῖς καί ἀναπνέουμε, πού σημαίνει ὅτι καί ἐπηρεαζόμαστε, κατεξοχήν δέ τά ἴδια τά πάθη μας, τά ὁποῖα στόν κόσμο τοῦτο βρίσκονται ἄλλα πρός καιρόν σέ λανθάνουσα κατάσταση, ἄλλα ὅμως σέ ἔξαρση καί πάνω στά ὁποῖα δουλεύει βεβαίως ὁ Πονηρός. Ποῦ συνήθως ὁδηγεῖ ἡ ὅλη αὐτή κατάσταση παρά στήν τυραννίδα όπως χαρακτηρίζεται ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες μας «τῆς λήθης»; Σαν νά μᾶς ἀποκοιμίζουν τά πάθη μας καί νά μᾶς ὁδηγοῦν ὕπουλα καί «γλυκά» ἐκεῖ πού παραμένει ἀκοίμητος ὁ προαιώνιος ἐχθρός μας.

Ὁπότε ἀπαιτεῖται τό αὐτονόητο: ὁ διαρκής ἐπανευαγγελισμός μας! Λόγω τοῦ εὔθραυστου τῆς φύσεώς μας. «Τά αὐτά γράφειν ὑμῖν ἐμοί μέν οὐκ ὀκνηρόν, ὑμῖν δέ ἀσφαλές» (Φιλ. 3, 1) θά πεῖ καί πάλι ὁ μέγας ἀπόστολος. Γιατί ξέρει καλύτερα ἀπό κάθε ἄλλον τό πόσο ἡ ἁμαρτία βαρύνει τόν ἔσω ἄνθρωπο καί τόν καθιστᾶ ἀνίσχυρο. Καί χρειάζεται ἡ ἐπανάληψη, ἡ διαρκής ὑπενθύμιση, ὁ διαρκής ἐμβαπτισμός μας στόν λόγο τόν Εὐαγγελικό, μέσα στόν ὁποῖο πρέπει νά ἐντάξουμε καί τόν Πατερικό λόγο, τόν ὑμνολογικό, τά συναξάρια τῶν ἁγίων, γιά νά παραμένουμε ξύπνιοι, νά παραμένουμε ὄρθιοι, νά στεκόμαστε στήν πίστη, σάν τόν σχοινοβάτη πού παλεύει πάντοτε νά παραμείνει πάνω στό σχοινί. «Ὀρθοδοξία ἐστίν τό ἀεί σχοινοβατεῖν» ἄλλωστε κατά τή γνωστή Πατερική ρήση, συνεπῶς ἡ νήψη καί ἡ ἐγρήγορση – «νήψατε, ἀγρυπνεῖτε, γίνεστε ἕτοιμοι» εἶναι οἱ διαρκεῖς προτροπές τοῦ Κυρίου καί τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί ὅλων τῶν ἁγίων μας –  συνιστοῦν τά ἐχέγγυα γιά νά εἶναι κανείς χριστιανός. «Προσέχετε ἑαυτοῖς, λέει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, μήποτε βαρηθῶσιν ὑμῶν αἱ καρδίαι εν κραιπάλῃ καί μέθῃ καί μερίμναις βιωτικαῖς, καί αἰφνίδιος ἐφ’ ὑμᾶς ἐπιστῇ ἡ ἡμέρα ἐκείνη… Ἀγρυπνεῖτε οὖν ἐν παντί καιρῷ δεόμενοι…» (Λουκ. 21, 34.36). Εἶναι πολύ ἀξιοσημείωτα ἐν προκειμένω τα λόγια τοῦ ἀγαπημένου νεωτέρου ἁγίου τῆς Ρωσικῆς καί σύμπασας Ἐκκλησίας Ἰωάννου της Κροστάνδης: «Λέγε συνεχῶς μέσα στήν καρδιά σου: ὁ Χριστός εἶναι Ἀγάπη. Ἔτσι θά ἀγαπᾶς ὅλους τούς ἀνθρώπους, θυσιάζοντας χάριν αὐτῆς τῆς Ἀγάπης ὅ,τι ἔχεις ἀκριβό, ἀκόμη καί τήν ἴδια σου τή ζωή» (Ἡ ἐν Χριστῶ ζωή μου). Μέ ἄλλα λόγια ὅλος ὁ ἀγώνας εἶναι νά διακρατηθοῦμε μέσα στή διαρκή μνήμη τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ μας, κατά τό «οἱ ὀφθαλμοί μου διά παντός πρός τόν Κύριον», διότι καί ἡ ἐλάχιστη ἀπόκλιση ἀπό τήν ὅρασή Του θά σημάνει τήν ἔκπτωσή μας ἀπό Αὐτόν˙ ὄχι πάντα τή συγκλονιστική καί ἀπόλυτη, ἀλλ’ ἔστω καί τήν ἐλάχιστη, ἡ ὁποία ὅμως ἄν δεν προσεχθεῖ θά μᾶς συμπαρασύρει πράγματι στόν ὄλεθρο. «Μνημονευτέον τοῦ Θεοῦ μᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον» θά πεῖ καί ὁ ἄγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Πιό πολύ κι ἀπ’ τήν ἀναπνοή ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ, γιατί χωρίς Θεό τί νά τήν κάνει κανείς καί τή ζωή; Εἶναι μία ζωή ἐν θανάτῳ.

Κι ἄν ἀπαιτεῖται τέτοιος ἀγώνας λόγω τῆς ἴδιας τῆς φύσεώς μας, πόσο περισσότερο ἀπαιτεῖται ἡ ἔνταση τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα, λόγω ὅπως εἴπαμε τῆς κρισιμότητας τῆς μετανεωτερικῆς ἐποχῆς μας, ὅπου κύριο γνώρισμά της ἔχει τή σύγχυση καί τή θόλωση τῆς διανοίας ὡς πρός τόν καθορισμό τῆς ταυτότητας τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ προορισμοῦ του, τῶν διαπροσωπικῶν του σχέσεων, τῆς σχέσεώς του μέ τήν ἴδια τή φύση. Ὅ,τι πιό διαστροφικό καί ἀνώμαλο ἐν πολλοῖς ὑπάρχει αὐτό καί προβάλλεται, γιατί ἀκριβῶς ἔχουν χαθεῖ τά κριτήρια ἀπό τήν ἄρνηση τοῦ ἀνθρώπου νά εἶναι μέ τόν Δημιουργό του, νά ζεῖ στό σπίτι του, νά βλέπει τήν πραγματικότητα ὅπως τήν ὅρισε καί τή δώρισε ἀπαρχῆς ὁ Θεός Πατέρας σ’ ἐκεῖνον. Μά ὅταν κανείς κάνει πέρα τόν Θεό, τί ἀπομένει; Ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας μέ ὅλα τά πάθη του, μέ τόν κοσμοκράτορα τοῦ αἰῶνος τούτου νά ἔχει τό πάνω χέρι. Καί τότε δέν ὑπάρχει ὁδός, γιατί ἔχουν καταστραφεῖ τά μάτια γιά νά τή βλέπουν, ὑπάρχει μόνο τό σκοτάδι τῆς ψυχῆς καί ὁ ἄνθρωπος πού πορεύεται στά τυφλά, καθοδηγώντας ἄλλους ἐξίσου τυφλούς μέ τό τελικό στάδιο «ἀμφότεροι νά πέσουν εἰς βόθυνον». Οἱ ἐπισημάνσεις τοῦ ἀποστόλου Παύλου πιστοποιοῦν μέ μοναδικό τρόπο τή θλιβερή καί τραγική αὐτήν πραγματικότητα: «Ἀφοῦ τό θεώρησαν περιττό οἱ ἄνθρωποι νά γνωρίσουν τόν Θεό ἐνσυνείδητα, τούς παρέδωσε ὁ Θεός στή μωρία τους, κι ἔτσι κάνουν ἀνάρμοστα πράγματα!» (Ρωμ. 1, 28) – ἀνοησία καί ἀνηθικότητα!

Δέν μᾶς παραξενεύει λοιπόν τό γεγονός τό τί ἀκοῦμε καί διαβάζουμε στίς ἡμέρες μας ἀπό τάχα «φωτισμένους» ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι μέσα στήν ἀπόλυτη σύγχυση καί τό σκότος τῆς ψυχῆς τους φτάνουν στό σημεῖο ὄχι μόνο νά ἀρνοῦνται τόν Θεό, ἀλλά πιά νά ἀρνοῦνται καί τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο, τή φυσιολογία του, τή «λογική» θέση του μέσα στόν κόσμο. Κι εἶναι καλό νά ἀναφέρουμε μερικά γνωρίσματα αὐτῆς τῆς ἐποχῆς, τῆς δικῆς μας ἐποχῆς, πού τά βλέπουμε καί ἴσως παρασύρουν ἀνεπίγνωστα καί κάποιους ἀπό ἐμᾶς. Γιατί ὅσο καλύτερα ψαύουμε τόν περίγυρό μας τόσο εἶναι πιό εὔκολο νά δοῦμε τό ποια καταστροφική πορεία ἔχει πάρει καί τόν ὄλεθρο πού τόν περιμένει, ἄν δέν μετανοήσει καί ἀλλάξει τρόπο ζωῆς.

(1) Ὅλα γίνονται γιά χάρη τῆς προόδου, σημειώνει ὁ δρ. Φιλοσοφίας Δημήτριος Μπαλτᾶς πού ἔχει ἀσχοληθεῖ μέ τό θέμα τοῦ μετανεωτερικοῦ ἀνθρώπου, ἀνεξαρτήτως μάλιστα τῆς πολιτικῆς του τοποθετήσεως.  Ὅλοι ἀκολουθοῦν μέ εὐλάβεια τή «θρησκεία τῆς προόδου». Καί πρόοδος σημαίνει δημιουργία μίας καταναλωτικῆς συνειδήσεως,  ἡ ὁποία ἀγωνίζεται τόν παράλογο ἀγώνα δρομου γιά νά μή γεράσει καί νά μήν πεθάνει ποτέ, αὐτό πού συνιστᾶ δηλαδή ἄρνηση τῆς ἀνθρώπινης φύσης.

(2) Νά ζεῖ κανείς τό ἐδῶ καί τό τώρα. Ἡ ἀνθρωπολογία τῆς μετανεωτερικότητας προβάλλει ἕναν ἀνιστορικό τύπο, τηρώντας μία στάση ἀδιάφορη ἤ ἀπορριπτική ἔναντι τῆς κληρονομιᾶς τοῦ παρελθόντος. Στό πλαίσιο αὐτό ἐπιχειρεῖται συστηματική ἀναθεώρηση τῆς ἱστορίας καί τῶν πηγῶν ἐπί τῶν ὁποίων αὐτή συγκροτεῖται.

(3) Ἡ κυριαρχία τῆς εἰκόνας. Ο μετανεωτερικός άνθρωπος έχει γίνει μέρος του κυρίαρχου πλέον «πολιτισμού της εικόνας», ενώ έχει απομακρυνθεί από τον «πολιτισμό του λόγου». Εάν σήμερα η εικόνα επιδρά καταλυτικά στην ανθρώπινη συνείδηση, ο λόγος υποχωρεί, πράγμα που οδηγεί, σε τελική ανάλυση, όχι μόνον σε μία γλωσσική ανεπάρκεια αλλά και σε μία απουσία πραγματικής σχέσεως του εγώ με το συ.

(4) Παράλληλα ο άνθρωπος της μετανεωτερικότητας πιστοποιεί την «κοινωνία της αδιαφορίας» κι ἐπιλέγει πάντοτε τήν ἀτομική ὀχύρωση καί κατοχύρωση. Στραμμένος στόν ἑαυτό του, δουλεύοντας γιά τόν ἑαυτό του, θεωρώντας ὅτι εἶναι ἐλεύθερος καί αὐτονομημένος.

Ἀντίστοιχα ἐπισημαίνουμε καί σέ ἄλλους μελετητές τοῦ φαινομένου σάν τόν θεολόγο Δημήτρη Μπεκριδάκη, πού λογω τῆς διεισδυτικότητας τοῦ κειμένου του ἐπιλέγουμε κάποια σημεῖα.

«Η ταυτότητα της μετανεωτερικότητας δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί πλήρως.

  1. Πρώτο γνώρισμα είναι η απαξίωση της παράδοσης του δυτικοευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Όλες οι φιλοσοφίες που προσέφεραν μια καθολική ερμηνεία του κόσμου με αξιώσεις απόλυτης αυθεντίας, έχουν χάσει πλέον το κύρος τους. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι οι πρακτικές που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων μόνο προβλημάτων σε τοπικό επίπεδο, χωρίς αξιώσεις καθολικής ισχύος.
  2. Δεύτερο γνώρισμα είναι η αμφισβήτηση της εξουσίας και των θεσμικών φορέων. Οι κατεστημένες αυθεντίες αμφισβητούνται σε όλα τα επίπεδα και η αξίωση που προβάλλουν για αποκλειστική κατοχή και εκπροσώπηση της αλήθειας επικρίνεται ως αυταρχισμός και ολοκληρωτισμός. Το μετανεωτερικό ήθος επιδιώκει να είναι αντιεξουσιαστικό, απεχθάνεται τη θεσμοποίηση και τον δογματισμό, απορρίπτει την τυραννία του αυτονόητου και επιθυμεί να δυναμιτίσει την παραδεδομένη τάξη πραγμάτων. Ενθαρρύνει την αποκέντρωση της γνώσης και της εξουσίας, υπερασπίζεται το δικαίωμα της ατομικής επιλογής και αρνείται να συμμορφωθεί με την “επίσημη άποψη”.
  3. Τρίτο γνώρισμα, άμεσα συνδεδεμένο με τα δυο προηγούμενα, είναι ο πλουραλισμός. Κορυφαίες αξίες καθίστανται η ελευθερία και η αυτονομία. Η υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων προβάλλεται ως η ύψιστη μέριμνα των δυτικών κοινωνιών, καθιερώνεται ο σεβασμός της ιδιαιτερότητας και της μοναδικότητας σε κάθε επίπεδο, ενώ ενθαρρύνεται ο διάλογος και η έκφραση της διαφορετικής άποψης ή της προσωπικής εκτίμησης πάνω σε κάθε θέμα, όσο “ειδικό” κι αν είναι. Την ίδια στιγμή, παρατηρούνται αντίρροπες τάσεις, που εκφράζονται με την επιθυμία προς ενοποίηση και σύνθεση σε όλα τα επίπεδα (οικονομικό, πολιτικό, πολιτισμικό, θρησκευτικό). Ωστόσο, καταβάλλεται προσπάθεια η ενότητα να μην καταλύει την ιδιαιτερότητα, κατά το πρότυπο του δικτύου των ηλεκτρονικών υπολογιστών, όπου κάθε μέρος συνδέεται απευθείας με το όλον, διατηρώντας παράλληλα την αυτονομία του. Οι ενδείξεις βεβαίως έως τώρα είναι μάλλον απογοητευτικές.
  4. Τέταρτο γνώρισμα είναι η έκρηξη της υψηλής τεχνολογίας και οι επιπτώσεις της ιδιαίτερα στο χώρο της ψηφιακής εικόνας και επικοινωνίας. Ένας από τους πιο εύστοχους χαρακτηρισμούς της παρούσας μετανεωτερικής περιόδου είναι “εποχή της πληροφορίας”. Η πληροφορία είναι σήμερα η κινητήρια δύναμη του πολιτισμού, η αιτία των πολέμων του μέλλοντος (Lyotard). Ο κυβερνοχώρος (Cyberspace) τείνει να αναδειχθεί σε κυρίαρχη πνευματική και πολιτισμική συνθήκη των δυτικών κοινωνιών. Μέσω των ποικίλων εφαρμογών του, αλλά κυρίως μέσω του διαδικτύου (Internet), μεθοδεύεται η ψηφιακή μεταποίηση της ζωής, η αντικατάσταση των υλικών όρων της ύπαρξης από την άυλη πληροφορία. Πρόκειται για μια νέα οντολογική προοπτική, που αλλαζει την αντίληψη που έχουμε για το ον, το Είναι, το φαίνεσθαι και την αλήθεια, το πρωτότυπο και το αντίγραφο, την εικόνα και το ομοίωμα. Στις ανεπτυγμένες κοινωνίες, τις “κοινωνίες του θεάματος” (Guy Debord), η εικόνα διαμεσολαβεί την πραγματικότητα και ρυθμίζει την ποιότητα των κοινωνικών σχέσεων. Το θέαμα διαχέεται μολυσματικά στη μαζική κουλτούρα, προωθώντας την αντικατάσταση τής ζωής από την οπτικοποιημένη προσομοίωσή της. Το αποτέλεσμα; Η “εξαφάνιση της ιστορίας και του πραγματικού [μέσα] στο τηλεοπτικό” (Jean Baudrillard).
  5. Και πέμπτο γνώρισμα είναι ο καταναλωτισμός, ο συνδεδεμένος με την οικονομία της ελεύθερης αγοράς – η κατανάλωση γίνεται “το πνευματικό και ηθικό επίκεντρο της ζωής, ο συνεκτικός δεσμός της κοινωνίας και η κύρια μέριμνα των διαχειριστών του συστήματος” –κάτι που σημαίνει ότι η κατανάλωση αποκτά διαστάσεις εκκοσμικευμένης σωτηριολογίας: είσαι άνθρωπος, ζεις, έχεις νόημα μόνο αν καταναλώνεις!»

(2) Λοιπόν ὁ ἐπανευαγγελισμός τοῦ κόσμου, συνεπῶς καί τοῦ ἑαυτοῦ μας, συνιστᾶ ἀναγκαιότητα ἐπικαιρική καί διαχρονική καί ὀντολογική, πού δέν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτηση. Ἀλλά πρέπει νά εἶναι καί «ἀληθής». Τί σημαίνει αὐτό; Ἀπαρχῆς τοῦ χριστιανισμοῦ παρουσιάστηκαν οἱ «λύκοι βαρεῖς», πού θέλησαν νά ἀλλοιώσουν τήν πίστη – τό εἶπε ὁ Κύριος, τό σημείωσαν οἱ Ἀπόστολοι, τό κηρύσσει πάντοτε ἡ Ἐκκλησία. Εἶναι οἱ διάφοροι αἱρετικοί, οἱ ὁποῖοι ἐκκινώντας μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία θέλησαν λόγω τῆς ἁμαρτίας καί τῆς σκοτεινῆς καρδιᾶς τους νά παρουσιάσουν μία δική τους εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καί τῆς ἀποκαλύψεώς Του. Κι αὐτό γιατί ἐνῶ ὁ λόγος ὁ ἀληθής καί ἀποκαλυμμένος ὑπάρχει, ἡ πρόσληψή Του ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ποιότητα τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου τοῦ ἀνθρώπου. Δέν εἶναι δεδομένο ὅτι αὐτό πού ἀκούει ὁ καθένας ἀπό τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία Του τό κατανοεῖ μέ τόν ἴδιο τρόπο. Τό βλέπουμε μέσα ἤδη στό Εὐαγγέλιο ἀπό τή ζωή τοῦ Χριστοῦ περίτρανα: οἱ Φαρισαῖοι ἄκουγαν, ἔβλεπαν τόν Χριστό καί εἴτε Τόν ἀπέρριπταν εἴτε Τόν διαστρέβλωναν φτάνοντας μέχρι τοῦ δαιμονικοῦ σημείου νά λένε ὅτι «ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τά δαιμόνια» καί ὅτι «βλασφημεῖ

Τήν αἰτία τήν ἐπεσήμανε ὁ Κύριος καί ὄχι μία φορά: «μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδία ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται», ἄν δέν παλεύεις γιά νά ἔχεις καθαρή ἀπό τόν μολυσμό τῆς ἁμαρτίας καρδιά παραμένεις τυφλός ὡς πρός τή γνώση καί τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στή ζωή σου. Κι ἀκόμη περισσότερο: «πᾶς ὁ ὤν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς». Ὅποιος ἀγαπάει τήν ἀλήθεια καί τήν ἀναζητεῖ, ἐκεῖνος θά ἀκούσει τή φωνή μου. Γιατί εἶναι ἡ φωνή πού ἠχεῖ ὄχι στά ὦτα τοῦ ἀνθρώπου τά αἰσθητά, ἀλλά στά ὦτα τῆς καρδιᾶς, ἐκεῖ πού μπορεῖ μόνο νά βρεῖ ἔδαφος νά ἐπαναπαυτεῖ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἤδη στήν ἀρχή τοῦ εὐαγγελίου του θά δώσει αὐτήν τήν ἀπάντηση στό ὀδυνηρό ἐρώτημα γιατί πολλοί δέν δέχτηκαν τόν Χριστό στή ζωή τους: «Ἦν γάρ πονηρά αὐτῶν τά ἔργα». Ὄσο κανείς εἶναι στραμμένος ἐμπαθῶς πρός τόν κόσμο καί τά πάθη του βρίσκονται ἀμετανοήτως προσκολλημένα πρός αὐτόν, ἐκεῖ ὁ Οὐρανός εἶναι κενός – ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ δέν βρίσκει ἀνοιχτά αὐτιά.

Λοιπόν ὁ ἀληθής εὐαγγελισμός καί ἐπανευαγγελισμός τοῦ κόσμου δέν θεωρεῖται αὐτονόητη κατάσταση. Ὑπῆρξε, ὑπάρχει καί θά ὑπάρχει πάντα στόν κόσμο τοῦτο ἡ πονηρία καί ἡ αἵρεση πού ἐπιδιώκουν νά ντύνουν μέ τόν δικό τους τρόπο τήν εἰκόνα τοῦ Κυρίου καί τῆς ὀρθῆς πίστεως σέ Αὐτόν. Γι’ αὐτό βεβαίως καί ὑπάρχει πάντοτε ἡ ἀνύστακτη μέριμνα τῆς Ἐκκλησίας πρός ἐπισήμανση αὐτοῦ τοῦ φαινομένου, τό ὁποῖο ἀξιολογεῖται ὡς ἡ χειρότερη δυνατή κατάσταση πού μπορεῖ νά περιπέσει ἕνας χριστιανός. «Ὅλα τά δέχομαι αὐτά πού μέ κατηγορεῖτε, εἶπε ὁ ὅσιος ἀββᾶς τοῦ Γεροντικοῦ στίς κατηγόριες τῶν συνασκητῶν του, μά δέν μπορῶ νά δεχτῶ τήν κατηγόρια τοῦ αἱρετικοῦ. Γιατί αἵρεση σημαίνει ἀπώλεια». Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή πρέπει ὅλοι οἱ πιστοί, κατεξοχήν ὅμως αὐτονόητα οἱ ποιμένες, οἱ ἔχοντες τήν εὐθύνη τῆς ἐξαγγελίας τοῦ κηρύγματος τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς διαποιμάνσεως τῶν πιστῶν, νά ἔχουμε πάντοτε τήν ἔγνοια τῆς ἀλήθειας αὐτοῦ πού παρουσιάζουμε εἴτε ὡς λόγο εἴτε ὅμως καί ὡς ζωή. Γιατί καί ἡ ζωή μας συνιστᾶ ἕνα ἄφωνο κήρυγμα, τό ὁποῖο ὅμως στήν πραγματικότητα ἀποτελεῖ στεντόρεια καί ἠχηρή κραυγή! «Πᾶμε νά κηρύξουμε, εἶπε ὁ Μ. Βασίλειος κάποια φορά σ’ ἕναν ἀδελφό ἱεράρχη. Καί τόν πῆρε καί κάνανε ἕναν περίπατο μέσα στήν πόλη. Κι ὅταν ἐπέστρεψαν καί δέν εἶχαν πεῖ τίποτε σέ κανέναν, ἐκεῖνος ρώτησε: Μά δέν θά κηρύξουμε; Γιά νά πάρει τήν ἀπάντηση ἀπό τόν ἅγιο: Μά κηρύξαμε. Ἡ παρουσία μας καί μόνη ἦταν ἕνα ἠχηρό κήρυγμα!».

Ἡ ἔγνοια μας λοιπόν νά κηρύσσουμε τόν ἀληθινό χριστιανισμό, τόν ἀληθινό Χριστό καί τό ἀληθινό σῶμα Του, τήν Ἐκκλησία. Πού σημαίνει: ἀπαιτεῖται ὄχι μόνο ἡ καλή μας διάθεση καί ἡ ὄρεξη, ἀλλά καί ὁ κόπος τῆς μελέτης καί τῆς σπουδῆς, τῆς ἐγκύψεώς μας στά κείμενα τῆς Γραφῆς, τῶν Πατέρων μας, τῶν λειτουργικῶν καί ὑμνολογικῶν κειμένων της. Ἔτσι δέν παρότρυνε καί ὁ ὅσιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης ὅλους τούς γνωστούς καί ὑποτακτικούς του, προκειμένου νά τούς ὠθήσει μέ ἁπαλό καί γλυκύ τρόπο στή μύηση τῆς θεολογίας καί τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ; «Ἡ μελέτη τῶν ὕμνων τῆς Παρακλητικῆς, ἔλεγε κάποια στιγμή σ’ ἕναν πού ἤθελε νά σπουδάσει θεολογία, σέ κάνει μετά ἀπό ἕνα διάστημα θεολόγο, σαν νά έχεις τελειώσει τέσσερα χρόνια σπουδῶν στή Θεολογική Σχολή». Ὁ ἴδιος μάλιστα τόνιζε «ὅτι ἐκεῖνο πού τόν εἶχε βοηθήσει πάρα πολύ, ἦταν ἡ μελέτη καί ἡ ἐνασχόληση, ἡ σχολή – κατά τό «σχολάσατε καί γνῶτε ὅτι ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός» – στά ὑμνογραφικά κυρίως κείμενα τῆς Ἐκκλησίας μας. Πολύ ἀγαποῦσε τούς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας μας καί τοῦ ἄρεσε νά τούς διαβάζει, νά τούς ἀπαγγέλλει καί νά τούς ψάλλει. Οἱ ὕμνοι, αὐτοί οἱ πνευματικοί θησαυροί τῆς Ὀρθοδοξίας μας, ὑπομνηματίζουν κατά τόν καλύτερο τρόπο τήν Ἁγία Γραφή, τήν Ὀρθόδοξη Παράδοσή μας, τά πατερικά κείμενα, τή δογματική τῆς Ἐκκλησίας καί ὅλης τῆς θεολογίας» (Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν…).

Μελέτη λοιπόν καί σπουδή γιά γνώση τῆς ἀληθινῆς ὀρθόδοξης πίστεώς μας, μά καί ταυτοχρόνως σπουδή γιά ἀληθινή ζωή, βασισμένη στούς νόμους τῆς Ἐκκλησίας, στίς ἐντολές καί τό θέλημα Κυρίου τοῦ Θεοῦ μας. Διότι τό τονίσαμε: μία ξερή καί ἐγκεφαλική γνώση τῆς πίστεως δέν ἀφίσταται καί πολύ ἀπό τήν ὑποκρισία τῶν Φαρισαίων τῆς ἐποχῆς τοῦ Κυρίου, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν ἀλλά δέν ἔπρατταν, συνεπῶς καί ἀπό τά σκληρά «οὐαί» πού ἄκουσαν ἀπό τό ἀψευδές στόμα τοῦ Κυρίου. Ἄλλωστε ἐπανειλημμένως ἀπεκάλυψε ὅτι «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε, Κύριε, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς εἰσελεύσεται εἰς τήν βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν», ἐνῶ ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος μᾶς ἐξήγησε ὅτι χωρίς τή βίωση τῆς πίστεως ἡ ὅποια γνώση μας γρήγορα ἐξαλείφεται, εἶναι μέ ἡμερομηνία λήξεως. «Ὅποιος ἀκούει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ – καί μέσα σ’αὐτόν εἶναι καί ὁ ἴδιος ὁ κήρυκας πού ἐπιμορφώνεται ἤ καί κηρύσσει ἀλλ’ ἐπιδερμικά τόν λόγο αὐτόν – καί δέν τον ἐφαρμόζει, αὐτός μοιάζει μέ ἄνθρωπο πού βλέπει τόν ἑαυτό του μέσα σ’ ἕναν καθρέφτη˙ τόν βλέπει καί φεύγοντας ξεχνάει ἀμέσως πῶς ἦταν!» (1, 23-24). Εἶναι δέ συγκλονιστική ἡ ἐπισήμανση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ὁ ὁποῖος ἀκριβῶς ἀναφερόμενος σ’ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τή θεολογία, πού χαρακτηρίζει ὡς τεχνολογία καί θεολογία τῶν δαιμόνων, μέ ἀποτροπιασμό ὁμολογεῖ: «Μισῶ διδάγματα οἷς ἐναντίος ὁ βίος!», μισῶ ἐκεῖνες τίς διδασκαλίες πού ἡ ζωή τῶν κηρύκων της εἶναι ἀντίθετη πρός αὐτές. «Δάσκαλε πού δίδασκες…».

Β. Κι ἐδῶ περνᾶμε δι’ ὀλίγων καί στό δεύτερο μέρο τῆς εἰσηγήσεώς μας, τίς προϋποθέσεις γιά τόν ἀληθή ἐπανευαγγελισμό τοῦ λαοῦ, ἤτοι τήν προσωπική βίωση τοῦ μυστηρίου τῆς ἱερωσύνης μας καί τόν προσωπικό μας ἁγιασμό, στοιχεῖα τῶν ὁποίων ἤδη ἀναφέρθηκαν στά παραπάνω λεχθέντα.

Οἱ προϋποθέσεις

Εἶναι εὐνόητο ὅτι δέν πρόκειται νά ἀναπτύξουμε ἰδιαιτέρως τά σχετικά μέ τό μυστήριο τῆς ἱερωσύνης καί τήν ἀξία πού ἔχει μέσα στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας˙ μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ βίωσή της ἀπό τόν φέροντα τή χάρη αὐτή, γεγονός πού παραπέμπει, τό σημειώσαμε ἀπαρχῆς, καί στόν προσωπικό ἁγιασμό του. Ἀρκεῖ ἐν προκειμένω ἡ ὑπενθύμιση ὅτι ἡ χριστιανική ἱερωσύνη διαφέρει ἰλιγγιωδῶς ἀπό κάθε ἄλλη ἔννοια ἱερωσύνης εἴτε ὀνομαζομένης σέ ἄλλες θρησκεῖες εἴτε ἀναφερομένης στόν Ἰουδαϊσμό. Κι αὐτό γιατί ἡ μέν ἱερωσύνη πού ἀπαντᾶται στίς ἄλλες θρησκεῖες πέραν τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ λειτουργεῖ μέσα στό πλαίσιο τῆς πεσμένης στήν ἁμαρτία ἀνθρωπότητος: συνιστᾶ ἔκφραση τοῦ πλανεμένου ἀνθρώπου πού θεωρεῖ ὅτι μπορεῖ νά ὑφίσταται κάποιος ἄνθρωπος ἐκτός Χριστοῦ ὡς ἐνδιάμεσος Θεοῦ καί ἀνθρώπων, ὡς μεσίτης, (κάτι πού ἔρχεται σέ εὐθεῖα ἀντίθεση πρός τήν ἀποκάλυψη τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία μέ ἔνταση κηρύσσει ὅτι «εἷς μεσίτης Θεοῦ καί ἀνθρώπων, ἄνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός»), λοιπόν στή θρησκειακή ἱερωσύνη ἔχουμε μάγους καί μαγεία πού ὑποκρύπτουν τόν ὑποκινητή τους, δηλαδή τόν Διάβολο˙ στή δέ Ἰουδαϊκή ἱερωσύνη ἔχουμε ἁπλῶς προεικόνιση καί προτύπωση, δηλαδή προφητεία χωρίς λόγια, τῆς ἀληθοῦς ἐν Χριστῶ ἱερωσύνης, ὅπως μέ ἄμεσο καί ἐναργή εἰκόνα κατέδειξε ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἰδίως στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή. «Ἄς κρατήσουμε λοιπόν σταθερά τήν πίστη πού ὁμολογοῦμε. Γιατί ἔχουμε μέγαν ἀρχιερέα, τόν Ἰησοῦ, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, πού ἔφτασε ὥς τόν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Δέν ἔχουμε ἀρχιερέα πού νά μήν μπορεῖ νά συμμεριστεῖ τίς ἀδυναμίες μας» (Ἑβρ. 4, 14-15).

Ἡ χριστιανική ἱερωσύνη λοιπόν δέν ὑφίσταται αὐτοδύναμα οὔτε καί μέ τήν ἔγκριση τήν ἀνθρώπινη. Ἀποτελεῖ μετοχή στή μία καί μοναδική καί ἀπόλυτη ἀρχιερωσύνη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ὡς ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί δι’ Αὐτοῦ τήν ἕνωσε μέ τή θεότητά Του καί σύνολη τήν Τριαδική θεότητα. Ἐν Χριστῶ δηλαδή καταργεῖται κάθε ἔννοια ἱερωσύνης καί ἀποκαλύπτεται τό μεγαλεῖο τῆς νέας και ἀληθινῆς, ἡ ὁποία καλεῖται νά λειτουργήσει μέ τή χάρη Ἐκείνου ὡς Ἐκεῖνος. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ὅπως πιά ὁ Κύριος ἦλθε στόν κόσμο, ἔζησε, δίδαξε, θαυματούργησε καί σταυρώθηκε, γιά νά ἔλθει ἡ Ἀνάσταση μετά τριήμερο, ἔτσι καί ὁ κάθε μέτοχός Του πιστός: Τόν ἐνδύεται, κατά τό «ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε», λαμβάνοντας τή δύναμή Του γιά νά Τόν φανερώνει ὅσο εἶναι δυνατόν στίς διαστάσεις Του μέ ἕναν ξεχωριστό κάθε φορά τρόπο, ἀνάλογα μέ τά χαρίσματα καί τίς ἰδιαιτερότητές του μέσα στόν κόσμο τοῦτο. «Χριστιανός ἐστι μίμημα Χριστοῦ κατά τό δυνατόν ἀνθρώπῳ» θά πεῖ ἀξιωματικά ὁ ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, ὁπότε κάθε ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ, εἴτε τό προφητικό εἴτε τό βασιλικό εἴτε τό ἀρχιερατικό, γίνεται ἀξίωμα καί κάθε μέλους Του. Δέν εἶναι μόνο ὁ Κύριος μυστήριο γιά τόν ἄνθρωπο. Μυστήριο συνιστᾶ καί κάθε ἄνθρωπος, ἰδίως ὁ ἐνσωματωμένος σ’ Αὐτόν διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, τό μέλος τῆς Ἐκκλησίας, μπροστά στόν ὁποῖο κλίνουν γόνυ ἀκόμη καί οἱ ἀγγελικές δυνάμεις. Χριστός καί ἄνθρωπος, μία ἑνότητα ὅταν λειτουργεῖ ἡ χάρη, ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία, γεγονός πού παραπέμπει βεβαίως καί στήν ὑπέρβαση τῆς ὅποιας διαφορᾶς τῶν μελῶν τοῦ Χριστοῦ μεταξύ τους. Διότι ἡ πίστη μας ὁμιλεῖ ὄχι μόνο γιά τήν ἱερωσύνη πού καταξιώνονται ὁρισμένα μέλη τῆς Ἐκκλησίας, τήν εἰδική ἤ χειροτονημένη ὅπως λέγεται, ἀλλά καί γιά τή γενική καί τήν πνευματική, μέτοχοι τῆς ὁποίας εἶναι ὅλοι οἱ χριστιανοί, ἄντρες καί γυναῖκες, γέροι καί παιδιά, μορφωμένοι καί ἀμόρφωτοι, πλούσιοι καί πτωχοί. Κι αὐτή ἡ γενική καί πνευματική ἱερωσύνη συνιστᾶ τή βάση γιά τήν ὕπαρξη καί τῆς εἰδικῆς.

Τί εἶναι ἡ εἰδική ἱερωσύνη; «Ἡ προσθήκη Πνεύματος» κατά ἱερό Χρυσόστομο πού δέχεται ἕνα μέλος τῆς Ἐκκλησίας πού ἔχει τή γενική ἤδη ἱερωσύνη, προκειμένου νά ἱκανωθεῖ γιά τήν ἀνάληψη τῆς διακονίας πού τοῦ ἀναθέτει ἡ Ἐκκλησία: νά τελεῖ τά μυστήρια αὐτῆς, ἀφοῦ «ἐν τοῖς μυστηρίοις σημαίνεται ἡ Ἐκκλησία» κατά Νικολαο Καβάσιλα, νά κηρύσσει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, νά διαποιμαίνει τούς πιστούς. Στήν τριπλή αὐτή διακονία πού λειτουργεῖ ἱεραρχικά μέ κέντρο τόν διάδοχο τῶν ἀποστόλων ἐπίσκοπο ψαύουμε ἐν φόβῳ καί τρόμῳ τή χάρη τῆς εἰδικῆς ἱερωσύνης, ἡ ὁποία φαίνεται νά ἀντανακλᾶ τή χάρη τῆς γενικῆς μορφῆς της, συνεπῶς καί στή μία καί στήν ἄλλη βρισκόμαστε μέσα στήν ἱερότητα τῆς ἀτμόσφαιρας τῆς ἀρχιερωσύνης τοῦ Κυρίου. Καί ποιό τό χαρακτηριστικό τοῦ συγκεκριμένου αὐτοῦ ἀξιώματος τοῦ Κυρίου, τό ὁποῖο ἐννοεῖται πώς δέν κατανοεῖται αὐτονομημένα ἀλλά μαζί μέ τά ἄλλα; Τό θυσιαστικό στοιχεῖο τῆς ἀγάπης! Ἱερωσύνη σημαίνει, κατά τήν ἁγιογραφική καί πατερική παράδοση, ὅ,τι ἐπισημαίνουμε σέ ὅλη τή ζωή τοῦ Κυρίου μας ἀσφαλῶς, μέ ἀποκορύφωση ὅμως τόν Γολγοθᾶ, τόν Σταυρό! Τό ἀκοῦμε κατά κόρον ἴσως στίς διάφορες χειροτονίες, καί δή τῶν ἀρχιερέων, καί εἶναι ὄντως ἡ ἀλήθεια! Ἄν θέλουμε νά μιλᾶμε γιά τό ἀληθές περιεχόμενο τῆς ἀρχιερωσύνης καί τῆς ἱερωσύνης δέν πρέπει οὐδ’ ἐπί στιγμήν νά ἀφίσταται τό βλέμμα μας ἀπό τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου, τόν θάνατο τῆς ἀτομικῆς δηλαδή ἐπιβίωσης προκειμένου νά ζήσει ὁ ἄλλος, ὁ κάθε ἄλλος, ὅλος ὁ κόσμος. Κι αὐτό γιατί ὁ πιστός, καί ὄχι μόνο πιά ὁ κληρικός, ἔχει ἐπιλέξει ἐλεύθερα καί ἐνσυνείδητα νά ἀκολουθεῖ τή σταυρική πορεία τοῦ Κυρίου, κατά τήν ἐντολή Του: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μου».

Μέ ἄλλα λόγια μέτοχος τῆς ἀρχιερωσύνης τοῦ Χριστοῦ γίνεται κάθε πιστός πού βρίσκεται σέ ἑτοιμότητα νά ζεῖ συνεσταυρωμένος μέ τόν Κύριο, μέ ἁπλωμένα τά χέρια τῆς ἀγκαλιᾶς του ὥστε νά περικλείει εἰ δυνατόν κι αὐτός μέσα σ’ αὐτήν  ὅλον τόν κόσμο. Ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιά παράδειγμα θά ὁμολογήσει ὅτι «Χριστῶ συνεσταύρωμαι, ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός», προβαίνει σέ μία ὁμολογία πού ἀποκαλύπτει πράγματι στό ἀνώτερο δυνατό καί τή δική του  ἱερατική συνείδηση.  Ζεῖ τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ στήν ὕπαρξή του, τήν ψυχή καί τό σῶμα του, καί τήν ἀγάπη αὐτή τήν ἐκδιπλώνει στά πέρατα τοῦ κόσμου, ἀπέναντι καί στούς ἴδιους τούς ἐχθρούς του, προκειμένου νά μήν ἐκπέσει ἀπό αὐτήν. Τόν Χριστό ποθεῖ καί ἀναζητεῖ, Ἐκείνου τήν κοινωνία θέλει νά χορταίνει, χωρίς νά μπορεῖ νά φτάσει στήν πληρότητα τοῦ χορτασμοῦ του. «Ὅ δέ νῦν ζῶ ἐν σαρκί ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀγαπήσαντός με καί παραδόντος ἑαυτόν ὑπέρ ἐμοῦ».

Κι αὐτήν τή βίωση τῆς ἱερωσύνης ὡς συνέχειας τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ στήν προσωπική τους ζωή τήν βλέπουμε μέ ἐνάργεια καί στή ζωή ὅλων τῶν ἁγίων μας. Ποιος ἅγιος ὑπάρχει, εἴτε ἱερέας εἴτε καί ἁπλός πιστός, πού νά μή χαρακτηρίζεται μέτοχος τῆς ἱερωσύνης τοῦ Κυρίου, χωρίς τή θυσιαστική ἀγάπη του πρός τόν συνάνθρωπό του; Μία ἁπλή ματιά νά ρίξει κανείς σέ ὅλους ἀνεξαιρέτως τούς βίους τῶν ἁγίων μας, ὅπως καί στά ὑμνολογικά γι’ αὐτούς κείμενα τῶν ἁγίων ὑμνογράφων, θά διαπιστώσει τήν πραγματικότητα αὐτή. Διαβάζουμε καί ψέλνουμε αἴφνης ὅτι ἕνας ἱεράρχης ἱερουργοῦσε τόν Κύριο μέ τήν ἱερατική του ἰδιότητα καί συνείδηση ὅσο ἦταν ἐν ζωῆ. Καί φθάνοντας ἡ ὥρα τοῦ μαρτυρίου του καί πάλι ἱερούργησε τόν ἑαυτό του γιά νά τόν προσφέρει θυσία στήν ἀγάπη Ἐκείνου. Γι’ αὐτό καί χαριτώνεται, σημειώνει ἡ Ἐκκλησία μας, μέ διπλό στεφάνι: τῆς ὀρθῆς ἱερωσύνης καί τῆς τοῦ μαρτυρίου. Ἀλλά τό ἴδιο βλέπουμε καί στίς περιπτώσεις τῶν ἁπλῶν περιπτώσεων μέ τούς μάρτυρες ἤ καί τούς νεομάρτυρες, ἄνδρες καί γυναῖκες. Κι ἐκεῖνοι ἔχοντας τή θυσιαστική ἀγάπη λόγω ἔρωτος πρός τόν Κύριο ἱεράτευαν τόν ἑαυτό τους στόν κόσμο, μέ ἀποκορύφωση βεβαίως τήν προσφορά καί τήν ἐν σώματι πρός Αὐτόν.

Κι ἔρχονται τά λόγια τοῦ ὁσίου Σωφρονίου τοῦ Ἀθωνίτου ὄχι μόνο νά μήν ἀφήσουν νομίζουμε κανένα περιθώρια παρεξηγήσεως ὡς πρός τήν παραπάνω ἀλήθεια, ἀλλά καί νά προσθέσουν καί μία ἀκόμη διάσταση πολύ σημαντική γιά τήν ἱερωσύνη. Τά παραθέτουμε ὅπως τά κατέγραψε σέ μαγνητόφωνο ὁ Μητροπολίτης Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος σέ ἐπίσκεψή του πρός αὐτόν στίς 11 Ἰανουαρίου 1991: «Ο ιερεύς πρέπει να έχει την συνείδηση του Χριστού, του αναβαίνοντος εις τον Γολγοθά διά τη σωτηρίαν όλου του κόσμου. Εγώ έτσι κατάλαβα το αποτέλεσμα της εμφανίσεως του Ζώντος Χριστού εις τον Άγιον Σιλουανό. Η θεωρία αυτή διήρκεσε ίσως λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο, και χωρίς να πει κανένα λόγο ο Χριστός, ενεφανίσθη εις αυτόν και του μετέδωσε την ιδικήν του κατάστασιν, ο Χριστός στον Σιλουανό και αυτός άρχισεν, ενώ ήτο προ ολίγου απλούς στρατιώτης, άρχισε να προσεύχεται υπέρ όλου του Αδάμ ως για τον εαυτόν τον: και από εδώ έγω κατάλαβα ότι δεν ήτο στην πλάνη ότι είδε τον Χριστό αλλά ήτο αληθινή η θεωρία, γιατί έγινε αυτό το θαύμα, ότι απέκτησε την συνείδηση της ενότητας του Αδάμ».

Τί λέει ὁ γνωστός σέ ὅλους ὅσιος καί λόγιος Γέροντας; Ὅτι ἡ ἱερωσύνη ἔχει κενωτικό καί θυσιαστικό χαρακτήρα ὡς συνέχεια τῆς κενώσεως καί τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου, πού παίρνει ὅμως τή μορφή καί τῆς ἔμπονης προσευχῆς πού προσεύχεται μετά δακρύων καί αἵματος ὑπέρ ὅλου τοῦ Ἀδάμ – τό συγκλονιστικό παράδειγμα τοῦ ὁσίου Σιλουανοῦ τοῦ ἐν Ἄθω πού ἀναφέρει εἶναι ἀπό τά πιό συγκλονιστικά πού ἔχουν καταγραφεῖ σέ ὅλα τά συναξάρια τοῦ κόσμου. Γιά τόν ὅσιο Γέροντα, κι εἶναι τοῦτο συμβολή του ἰδιαίτερη στό θέμα τῆς ἱερωσύνης, ἱερέας πραγματικός εἶναι ὁ ἔχων τό φρόνημα τοῦ Χριστοῦ, ὅπως τό ἐκφράζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Φιλιππησίους ἰδίως ἐπιστολή του: «τοῦτο φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὅ καί ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (2, 3, ), γι’ αὐτό καί στέκει πάντοτε ἐσταυρωμένος χύνοντας καί τό αἷμα του προσευχόμενος ὑπέρ ὅλου τοῦ κόσμου. Πρόκειται γιά τή «βασιλική ἱερωσύνη» θά πεῖ παρακάτω ὁ ὅσιος, τήν ὁποία διαπιστώνουμε στήν ἀπόλυτη ἀνθρώπινη διάστασή της στό πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Βασισμένος ὁ ὅσιος Σωφρόνιος στήν προγενέστερη πατερική παράδοση καί δή τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ πού μνημονεύει, τονίζει τό πόσο ἡ Παναγία θεωρεῖται τύπος τῆς ἀληθινῆς Ἱερωσύνης, γιατί καί αὐτή, σάν τόν Ἐσταυρωμένο Υἱό της, προσευχόταν καί συνεχίζει διαπύρως νά προσεύχεται ὑπέρ ὅλου τοῦ κόσμου. Μέ τά ἴδια τά λόγια του ἀπό συγκεκριμένη ὁμιλία του: «”Ὁ μοναχός εἶναι ἱκέτης γιά ὅλον τόν κόσμο˙ θρηνεῖ γιά ὅλον τόν κόσμο˙ καί σέ αὐτό ἔγκειται το κύριο ἔργο του”. Αὐτόν τόν λόγο ἀπηύθυνε ἡ Παναγία πρός τόν Παρθένιο, ἕναν ἀσκητή τοῦ 19ου αἰ. στό Κίεβο, ὅταν ἐκεῖνος θέλησε νά κατανοήσει τήν ἔννοια τοῦ μεγάλου μοναχικοῦ σχήματος πού εἶχε λάβει. Ὁ ἅγιος Σιλουανός ἐπαναλαμβάνει λοιπόν τά λόγια τῆς Παναγίας. Ἤδη ὅμως πρίν ἀπό ἕξι αἰῶνες, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, στήν ὁμιλία του Εἰς τά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου, εἶπε ὅτι ἡ Παναγία προσευχόταν γιά ὅλο τόν κόσμο. Βλέπουμε ἀπό τότε νά ἐμφανίζεται στό ὠμοφόριο τῶν ἐπισκόπων ἡ παράσταση τῆς Παναγίας νά προσεύχεται γιά ὅλο τόν κόσμο. Ἡ Παναγία εἶναι ἔτσι ἕνας δίαυλος, ὁ πρῶτος, πού ἑνώνει τό ἀνθρώπινο γένος μέ τόν αἰώνιο Θεό. Ἄς ὑποθέσουμε ὅτι εἶναι ὁ τύπος τῆς ἱερωσύνης πού ὁ ἀπόστολος Πέτρος εἶχε ὑπ’ ὄψιν του, ὅταν μιλοῦσε γιά τό «βασίλειον ἱεράτευμα», τή βασιλική ἱερωσύνη ὅλων τῶν χριστιανῶν. Μπορεῖ κανείς νά βεβαιώσει ὅτι αὐτή εἶναι ἡ ἀληθινή ἱερωσύνη πού ἀποτελεῖ πάντοτε φανέρωση τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί ὄχι καρπό ἀνθρωπίνων προσπαθειῶν» (Οἰκοδομ. Τόμ. Α΄).

Μία τέτοια μεγαλειώδης κατανόηση τῆς ἱερωσύνης, ἡ ὁποία συνιστᾶ ὅριο καί προοπτική γιά κάθε πιστό, πολλαπλασίως δέ γιά τόν κληρικό, δέν μπορεῖ παρά νά ἀπαιτεῖ τήν πνευματική κινητοποίηση στό ἔπακρο ἰδίως τοῦ κληρικοῦ. Διότι συνιστᾶ ἐντολή τοῦ Κυρίου˙ εἶναι ἡ ἐντολή τῆς ἀγάπης Του, ἀπό τή βίωση ἤ ὄχι τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται ὄχι μόνο τό εὖ ἤ τό φεῦ εἶναι τῆς ἐδῶ στόν κόσμο τοῦτο ζωῆς του, ἀλλά καί τῆς αἰώνιας προοπτικῆς του. Δέν μπορεῖ μέ ἄλλα λόγια νά παίζουμε ὡς πιστοί καί δή ὡς κληρικοί. Δέν εἶναι τυχαῖο πού ὁ ἅγιος Χρυσόστομος ἀπαιτοῦσε ἡ ζωή τοῦ κληρικοῦ νά εἶναι καθαρότερη ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς καί ἀπό αὐτήν τοῦ μοναχοῦ τοῦ ἀποκομμένου ἀπό τόν κόσμο, καί ἀπό αὐτήν τήν ἡλιακή  ἀκτίνα. Δέν εἶναι τυχαῖο πού πολλοί ἅγιοι νιώθοντας τό μεγαλεῖο τῆς κλήσεώς τους ὡς χριστιανῶν καί τί σημαίνει ἐπαύξηση τοῦ μεγαλείου ὡς μετοχῆς στόν Σταυρό γιά τόν κληρικό, ἔπαιρναν τῶν ὀμματιῶν τους, ὅπως λέμε, καί ἔφευγαν καί χάνονταν. Διότι τό ἀναφέραμε καί παραπάνω: αὔξηση χαρίσματος σημαίνει ἀνάληψη μεγαλύτερης εὐθύνης καί διακονίας, πού σημαίνει κατεξοχήν συμμετοχή στή θλίψη τοῦ Σταυροῦ. «Διά τοῦ Χριστοῦ ἐλάβομεν χάριν καί ἀποστολήν» θά σημειώνει διαρκῶς ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος τό γνώριζε ἀπό πρῶτο χέρι: ἡ ἐκλογή του ὅταν κλήθηκε μετά ἀπό τό συγκλονιστικό ὅραμά του στόν δρόμο πρός τή Δαμασκό ἀπό τόν Κύριο, ἦταν «νά τοῦ ἀναφέρει ὁ Ἀνανίας ὅσα πρέπει νά πάθει ὑπέρ τοῦ ὀνόματός Του» – μία ἀδιάκοπη καί ὀδυνηρή ἐπανάληψη τοῦ σταυρικοῦ θυσιαστικοῦ στοιχείου τῆς ἔννοιας τῆς ἱερωσύνης, μέ «κρυφή» βεβαίως «ἀνταμοιβή» τή βίωση τῆς ἀναστάσεως.

Ὁπότε τότε βιώνει προσωπικά τήν εἰδική κλήση του ὁ ἱερέας, ὅταν βρίσκεται στόν ἀγώνα τοῦ προσωπικοῦ του ἁγιασμοῦ. Διότι διαφορετικά δέν εἶναι ποιμένας, ἀλλά μισθωτός κατά τόν Κύριο, πού σημαίνει ὅτι μπορεῖ νά ἔχει τό ὄνομα τοῦ ἱερέα, ἀλλά δέν σχετίζεται μέ τόν Κύριο˙ βιώνει μία ἰδιότυπη ἀθεΐα, περιεχόμενο τῆς ὁποίας εἶναι ἤ θά εἶναι κατά τήν κρίση τοῦ Κυρίου ἡ ὀργή Αὐτοῦ. Ὀργή ὄχι γιατί Ἐκεῖνος ἀλλάζει τήν ἀγάπη Του, ἀλλά γιατί ἐμεῖς στήν κατάσταση αὐτή μετατρέπουμε τήν ἀγάπη Του σέ ὀργή καί τιμωρία. Ὁ λόγος τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου καί πάλι εἶναι σαφής γιά αὐτοῦ τοῦ εἴδους «ἐπαγγελματίες» θά λέγαμε κληρικούς: «ὁ Θεός διά πάντων ἐνεργεῖ, οὐ πάντας χειροτονεῖ». Καί ἀλλοῦ, ἀκόμη σκληρότερα: «Νομίζω ὅτι ἐλάχιστοι ἱερεῖς πρόκειται νά σωθοῦν!» Ναί, μπορεῖ νά εἴμαστε χειροτονημένοι ἱερεῖς, ὅμως νά ἔχει σβήσει ἡ σπίθα τῆς ἀληθινῆς βασιλικῆς ἱερωσύνης, δηλαδή τῆς ἐσταυρωμένης ἀγάπης καί της ζωντανῆς σχέσεώς μας μέ τόν Ἐσταυρωμένο. Στήν περίπτωση αὐτή τί κάνουμε; Τελοῦμε τά μυστήρια βεβαίως, κηρύσσουμε πιθανόν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, διαποιμαίνουμε τούς πιστούς ἀφήνοντας στόν Θεό τίς πιθανές ἀστοχίες μας νά τίς μεταποιεῖ ἀνάλογα μέ τήν ταπείνωση τῶν ἀνθρώπων˙ ἀλλά… γιατί καί μέχρι πότε; Ὅταν ἔφθανε στό σημεῖο ὁ ὅσιος Παΐσιος ὁ ἁγιορείτης μέ αὐστηρό παιδαγωγικό ἴσως τρόπο νά θέτει ἐρωτηματικό γιά τό ὀγδόντα σχεδόν τοῖς ἑκατό τῶν σωστῶν κληρικῶν, τότε ποιος ἀπό ἐμᾶς μπορεῖ νά κοιμᾶται ἥσυχος; Ὅταν ἀμφισβητοῦσε τήν κρίση κάποιων ἱεραρχῶν τῆς ἐπαρχίας πού ἔλεγαν «ἄς κάνω τόν ὁποιοδήποτε κληρικό, ἀρκεῖ νά ὑπάρχει κάποιος πού νά κτυπᾶ τήν καμπάνα», λέγοντας ὅτι «καλύτερα ἕνα χωριό νά μήν ἔχει παπᾶ παρά νά ἔχει ἕνα διάβολο», καί πάλι πῶς μποροῦμε νά εἴμαστε ἐν ἀφασία; Καί τό σημειώνω, γιατί θεωρῶ ὅτι σ’ αὐτό τό ὀγδόντα τοῖς ἑκατό μᾶλλον ἀνήκω κι ἐγώ, καί δέν τό λέω μέ καμία διάθεση ταπεινολογίας – τήν πραγματικότητα περιγράφω.

Ἄν θέλουμε κάτι καλό νά προσφέρουμε ἤ ἔστω νά μήν κάνουμε κακό ἄν δέν μποροῦμε νά κάνουμε τό καλό, τότε θά πρέπει νά στρέψουμε τό βλέμμα μας στήν καρδιά μας καί νά ἱκετέψουμε τόν Κύριο νά μᾶς δίνει μετάνοια. Λίγο νά προσπαθήσουμε νομίζουμε ὅτι ὁ Κύριος θά τό πολλαπλασιάσει. Καί τήν καλή διάθεσή μας τήν ἐπισημαίνει καί ὁ ἁπλός κόσμος. «Τί νά κάνω, Γέροντα, τώρα πού θά γίνω κληρικός;» ρώτησε κάποιος ὑποψήφιος τόν ὅσιο Πορφύριο. «Ἄν ἀπό τήν ἀρχή τῆς διακονίας σου», τοῦ ἀπάντησε, «προσπαθεῖς νά τελεῖς τά καθήκοντά σου μέ κάποια ἀγάπη χωρίς νά δείχνεις φιλαργυρία, τότε νά εἶσαι σίγουρος ὅτι καί χωρίς νά κάνεις τίποτε ἄλλο ὁ κόσμος θά σέ ἀγαπήσει. Τήν καλή αὐτή στάση σου θά κρατήσει καί στά μετέπειτα χρόνια». Ἄς φανταστοῦμε πῶς θά μεγαλουργούσαμε, πού σημαίνει τί χάρες θά μᾶς ἔδινε ὁ Κύριος, γιατί θά ἔβλεπε τήν ἀνάπαυση τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ του, ἄν κινητοποιούμασταν στήν παραπάνω ἔννοια τῆς ἀληθινῆς καί βασιλικῆς ἱερωσύνης πού ἀναφέραμε. Δηλαδή ἄν κινητοποιούμασταν στό νά ἤμασταν γνήσιοι μαθητές τοῦ Κυρίου μέ προτεραιότητά μας τήν ἀνιδιοτελή καί θυσιαστική ἀγάπη. Θά φτάναμε στό σημεῖο ὄχι νά κυνηγᾶμε πιθανόν τόν κόσμο γιατί δέν ἔρχεται Ἐκκλησία, ἀλλά θά μᾶς κυνηγοῦσαν διαρκῶς ἐκεῖνοι, θά μᾶς ἀναζητοῦσαν, ὅπως ἀναζητοῦν σέ κάθε ἐποχή τούς ἁγίους, γιατί θά λειτουργούσαμε σαν τόν μαγνήτη. Γιατί τί ἄλλο παρά ἕνας πνευματικός τεράστιος μαγνήτης εἶναι ἡ ἀληθινή ἀγάπη, καθώς τό ἀπεκάλυψε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. «Ὅταν ὑψωθῶ ἀπό τῆς γῆς, εἶπε, πάντας ἑλκύσω πρός ἐμαυτόν». Τήν ὥρα πού ἐπιλέγεις νά κάνεις πέρα τό δικό σου καί νά ὑπακούσεις σέ ὅ,τι ἐπιτάσσει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἐκείνη τήν ὥρα ἀπασφαλίζονται οἱ ὅποιες κλειδωνιές τῶν καρδιῶν τῶν ἀνθρώπων καί σέ πλησιάζουν παρηγορημένοι. Γιατί διαισθάνονται ὅτι γίνεσαι μία θύρα πού τούς ἀφήνει νά κοιτάξουν λίγο Οὐρανό.

Γ. Λοιπόν, ἐπιλογικά, τί ἄλλο μποροῦμε νά ποῦμε παρά νά ἐπαναλαμβάνουμε ἀενάως μέσα μας καί ἔξω μας τά λόγια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου: «Καθαρθῆναι δεῖ πρῶτον, εἶτα καθᾶραι˙ σοφισθῆναι καί οὕτω σοφίσαι˙ γενέσθαι φῶς καί φωτίσαι˙ ἐγγίσαι Θεῶ καί προσαγαγεῖν ἄλλους˙ ἀγιασθῆναι καί ἁγιάσαι, χειραγωγῆσαι μετά χειρῶν, συμβουλεῦσαι μετά συνέσεως» (Λόγος 2ος). Γένοιτο.

 

Ακολούθησέ μας....

Κοινοποίησέ το....