Κυριακή 8 Μαρτίου 2026 – † Β΄ Νηστειῶν Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ

«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με»

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Ἡ Β΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν εἶναι προέκταση τῆς προηγούμενης Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἀφορᾶ στή συνέχιση τοῦ θριάμβου τῆς Ὀρθόδοξης πίστης καί ζωῆς, μέ κέντρο τήν πολύτιμη προσφορά τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος ἀρχικά ὡς Ἀσκητής καί Μοναχός στό Ἅγιον Ὄρος καί μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, διέπρεψε ὡς μεγάλος δογματικός διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, συμβάλλοντας καθοριστικά στή διάσωση τῆς Ὀρθόδοξης Πνευματικότητας, ὅπως τήν βιώνει ἡ Ἀνατολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐξ ἀρχῆς καί ὅπως τήν συστηματοποίησε ὁ Ἡσυχασμός.

Τό κίνημα τοῦ Ἡσυχασμοῦ ἀναπτύχθηκε τόν 14ο αἰῶνα ὡς ἀπάντηση στή σχολαστική θεολογία τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἔφτασε στό σημεῖο νά ἑρμηνεύει τήν πίστη μόνο μέ τήν λογική. Αὐτό εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά θεωρεῖ κτιστή τή χάρη τῆς Μυστηριακῆς ζωῆς καί τή Θεία Λατρεία, ὡς συμβολική ἔκφραση καί ὄχι ὡς πραγματική ἕνωση μέ τόν Χριστό μέσα ἀπό τίς ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες, πού διαχέονται στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων στή διάρκεια τῆς τέλεσης τῶν ἱερῶν Μυστηρίων. Ἀνάμεσα στά ἄλλα ὁ Ἡσυχασμός ἔδωσε ἔμφαση στήν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, καθιστώντας τήν νοερά προσευχή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με», ὡς τήν ἐγγυημένη καί ἀσφαλῆ ὁδό γιά τήν αἴσια ἔκβαση τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καί σωτηρίας.

Ἡ νοερά προσευχή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με» δέν ἦταν κάτι καινούργιο στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ τυφλός τῆς Ἱεριχοῦς θεραπεύθηκε, λέγοντας στόν Χριστό «Ἰησοῦ Υἱέ Δαβίδ ἐλέησόν με». Ὁ τελώνης τῆς γνωστῆς παραβολῆς δικαιώθηκε λέγοντας κάτι παρόμοιο: «Ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Ὁ εὐγνώμων ληστής ἐπί τοῦ σταυροῦ του στό ἴδιο πνεῦμα ζήτησε τό ἔλεος τοῦ Χριστοῦ λέγοντας: «Μνήσθητί μου Κύριε ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου».

Ἡ ἀρχαία προσευχή τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἐνίσχυσε τούς μάρτυρες καί τήρησε ἀμείωτο τό ἠθικό καί τό φρόνημα τῶν Χριστιανῶν ἐμπεριέχεται στή φράση «Κύριε ποίησόν με οἷον θέλεις καί ὡς θέλεις, κἄν θέλω κἄν μη θέλω». Τοῦτο σημαίνει: Κύριε κάνε με ὅποιον θέλεις κι ὅπως θέλεις κι ἄν θέλω κι ἄν δέν θέλω. Μπορεῖ νά λείπει ἡ λέξη ἐλέησον, ἀλλά ὅλη ἡ συνεκφορά εἶναι ἡ ἑρμηνευτική προέκτασή της, καθώς ἀποτελεῖ τήν πλήρη παράδοση τοῦ ἀνθρώπου στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος κατά τό πολύ ἔλεός Του σώζει τόν ἄνθρωπο.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος τόν 4ο αἰῶνα μέ τό παράδειγμά του καί τή διδασκαλία του ἐπισημαίνει «Μνημονευτέον τοῦ Θεοῦ μᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον» δηλαδή καλύτερα νά προσεύχεσαι στόν Θεό παρά νά ἀναπνέεις, θυμίζοντας μέ ἄλλα λόγια τήν ἐντολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στούς Θεσσαλονικεῖς (ε΄17) «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθαι».

Ἡ ἀξία τῆς νοερᾶς προσευχῆς εἶναι ἀνυπολόγιστη καί ἡ ὠφέλειά της ἀδιαμφισβήτητη. Μέσα σέ πέντε μόνο λέξεις ἐμπεριέχεται ἡ δοξολογία, ἡ εὐχαριστία, ἡ ὁμολογία, ἡ ἱκεσία καί ἡ ἐξομολόγησή μας πρός τόν Κύριο.

Μέ τό «ΚΥΡΙΕ» δοξάζουμε τόν Χριστό ὡς τόν μόνο ἀληθινό Θεό.

Μέ τό «ΙΗΣΟΥ» τόν εὐγνωμονοῦμε γιά τη σωτηρία μας, ἀφοῦ Ἰησοῦς σημαίνει στά ἑβραϊκά Σωτῆρας.

Μέ τό «ΧΡΙΣΤΕ» ὁμολογοῦμε τήν θεία Ἐνανθρώπησή Του.

Μέ τό «ΕΛΕΗΣΟΝ» ἱκετεύουμε γιά τη χάρη καί τό ἔλεος τοῦ Κυρίου μας.

Μέ τό «ΜΕ» ὁμολογοῦμε τήν ἀνάγκη μας νά λάβωμε τό θεῖο ἔλεος γιά τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν μας. Γι’ αὐτό καί συνήθως προσθέτουμε καί τό ἐπίθετο ἁμαρτωλός/ἁμαρτωλή, ὥστε μέσα ἀπό τήν προσευχή μας νά καταθέτουμε καί τήν ἐξομολόγησή μας, ὅπως ὁ προαναφερθείς εὐγνώμων Ληστής, ὁ ὁποῖος μέ τό «Μνήσθητί μου» ἀπό τήν μιά μεριά ἀναγνώρισε τήν ἁμαρτωλότητά του καί ἀπό τήν ἄλλη, τήν ἀναμαρτησία καί τήν ἀπόλυτη Ἁγιότητα τοῦ Χριστοῦ κι ἔτσι ἔγινε πρῶτος πολίτης τοῦ Παραδείσου.

Ἡ Ἐκκλησία μας σέ κάθε θεία Λειτουργία μᾶς προτρέπει νά ἐπαναλαμβάνουμε πολλές φορές τό «ΚΥΡΙΕ ΕΛΕΗΣΟΝ», ὥστε νά συνειδητοποιοῦμε τήν ἀνάγκη τῆς ἐκζήτησης τοῦ θείου ἐλέους συνεχῶς στή ζωή μας, ἰδίως τώρα, τήν περίοδο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καί μέ ὅλα ὅσα τραγικά συμβαίνουν στόν κόσμο μας δυστυχῶς. Ἡ καθημερινή ἀναφορά μας στόν Χριστό μέσα ἀπό τήν προσευχή δέν εἶναι ἁπλῶς μιά τυπική ὑποχρέωση, ἀλλά τό δικαίωμα στήν ἀληθινή αἰώνια ζωή, ἀφοῦ ὁ Χριστός καί ο λόγος Του εἶναι ἡ Αἰώνια Ζωή (βλ. Ἰω. ιβ καί ιζ).

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ μέσα ἀπό τήν μονολόγιστη εὐχή «ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ ΤΟΝ ΑΜΑΡΤΩΛΟΝ» συνδυάζει ὅλα τά στοιχεῖα πού πρέπει νά ἔχει ἡ προσευχή ἑνός Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ καί παραλλήλως εἶναι σύντομη καί εὔκολη στήν ἀπομνημόνευση. Δέν ἔχουμε λοιπόν δικαιολογία, ὅτι δέν ἔχουμε χρόνο γιά προσευχή ἤ ὅτι δέν γνωρίζουμε κάποιες προσευχές. Αὐτή ἡ προσευχή μπορεῖ νά γίνεται ὁποιαδήποτε στιγμή καί ὥρα, εἴτε ἐργαζόμαστε, εἴτε ξεκουραζόμαστε, εἴτε περπατοῦμε, εἴτε ταξιδεύουμε. Ἀπό τό νά ἀπασχολοῦμε τόν νοῦ μας μέ διάφορα ἄλλα, ἐν πολλοῖς ἀνόητα καί ἐπιζήμια γιά τήν ψυχή μας, μποροῦμε ἐπαναλαμβάνουμε αὐτή τή σύντομη μέν, ἀλλά πανίσχυρη προσευχή, εἴτε μέ τήν βοήθεια τοῦ κοσμποσχοινιοῦ, πού δέν εἶναι φυλαχτό, ἀλλά ὄργανο καί μέσο προσευχῆς ἤ καί χωρίς αὐτό.

Ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση  ἑρμηνεύοντας τήν πράξη τοῦ Δαβίδ ὁ ὁποῖος διάλεξε πέντε λεῖες πέτρες γιά νά σκοτώσει τόν Γολιάθ, διδάσκει ὅτι αὐτές οἱ πέντε πέτρες συμβολικά προτυπώνουν τίς πέντε λέξεις τῆς προσευχῆς «ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ», μέ τίς ὁποῖες ὁ πιστός κι ἐνσυνείδητος Χριστιανός πολεμᾶ και νικᾶ τόν νοητό Γολιάθ, δηλαδή τόν διάβολο καί τίς μεθοδεῖες του.

Ἀρκεῖ λοιπόν σέ ἐμᾶς μέ πίστη καί πόθο νά ἐπικαλούμαστε τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ, Σωτῆρα καί Λυτρωτή μας, ζητώντας τό ἔλεός Του γιά τη σωτηρία μας, ἀφοῦ ὅπως ἐπισημαίνει κι ο Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Φιλιππησίους Ἐπιστολή του (βλ. β΄10-11): «στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ κάθε γόνατο θά καμφεῖ, ἐπουρανίων καί ἐπιγείων καί καταχθονίων ὄντων καί κάθε γλῶσσα θά ὁμολογήσει, ὅτι εἶναι Κύριος ὁ Ἰησοῦς Χριστός πρός δόξαν τοῦ Θεοῦ Πατέρα.» Ἀμήν.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΣΑΜΟΥ ΚΑΙ ΙΚΑΡΙΑΣ

Ακολούθησέ μας....

Κοινοποίησέ το....