“Πατέρας Πατέρων”- Γρηγόριος Νύσσης

ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ

 

 

Ἔχει χαρακτηρισθεῖ, -καί πράγματι ἔτσι εἶναι-, ὁ Ἰανουάριος, ὡς ὁ μήνας τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ναί. Κατά τόν Ἰανουάριο ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει καί πανηγυρίζει καί προβάλλει τή μνήμη τῶν Μεγάλου Βασιλείου (τήν 1η), Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ (τή 2η), Γρηγορίου Νύσσης (τή 10η), Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου (τήν 11η), Ἀντωνίου τοῦ Μεγάλου (τή 17η), Ἀθανασίου καί Κυρίλλου (τή 18η), Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου (τή 19η), Εὐθυμίου τοῦ Μεγάλου (τήν 20ή), Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καί Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ (τήν 21η), Νεοφύτου τοῦ Ἐγκλείστου (Κυπρίου) (τήν 24η), Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου (τήν 25η), Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (τήν 27η), Ἐφραίμ τοῦ Σύρου (τήν 28η), Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου (τήν 29η) καί τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν (τήν 30ή) κ.ἄ.

Καί γιά τούς Πατέρες προοιμιακά θά διαλαλήσει καί θά ἐπιστήσει τήν προσοχή μας ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἐάν γάρ μυρίους παιδαγωγούς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ’ οὐ πολλούς πατέρας» (Α΄ Κορ. δ΄ 14). Ἔτσι Πατέρες καί Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας κρίνονται καί θεωροῦνται, ὅσοι διακρίνονται γιά τό ὀρθόδοξο φρόνημά τους, τό ἐκκλησιαστικό ἦθος τους, τό πνευματικό καί κατηχητικό ἔργο τους καί τά γραπτά ἤ προφορικά κείμενά τους.

Καί καταθέτοντας αὐτά, ἀποτολμοῦμε, καί αὐτό δέν ἀποτελεῖ ὑπερβολή οὔτε καί σχῆμα συναισθηματισμῶν, νά εἰσηγηθοῦμε, πώς, μαζί μέ ἄλλους σύγχρονους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, σ’ αὐτή τή χορεία τῶν Πατέρων δικαιωματικά μπορεῖ νά ἀνήκει καί ἀνήκει καί ὁ μακαριστός Γέροντάς μας, Ἀρχιμανδρίτης Θεόφιλος Ζησόπουλος († 29.1.2013) ὁ ὁποῖος καί ὑπερπληροῖ τίς πιό πάνω προϋποθέσεις.

Ὡστόσο, γράφοντας τά ἀνωτέρω ὡς υἱϊκό προοιμιακό λόγο, προχωροῦμε στή συνοπτική ἀναφορά καί προσέγγιση ἑνός μεγάλου κεφαλαίου, τό ὁποῖο ἀκούει στό ὄνομα «Γρηγόριος Νύσσης». Καί τό πράττομε αὐτό καί γιά πληροφόρηση τῶν ἐντυγχανόντων μελέτης τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ἀλλά καί γιατί πολλοί, καί μάλιστα θεοσεβεῖς, ἀγνοοῦν τά τοῦ Μεγάλου αὐτοῦ Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ὑπῆρξε ὁ Γρηγόριος (335-394 μ.Χ.) γόνος τῶν εὐσεβεστάτων Βασιλείου καί Ἐμμέλειας, Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, καί τέταρτος κατά σειρά, μετά τή Μακρίνα, τόν Βασίλειο καί τόν Ναυκράτιο, ἀπό τά ἐννέα παιδιά τους. Ὁ πατέρας τους Βασίλειος τό 345 μ.Χ. ἀναχωρεῖ γιά τίς αἰώνιες μονές, ἀφήνοντας τόν Γρηγόριο σέ ἡλικία δέκα ἐτῶν καί τά ὑπόλοιπα ἀδέλφια του ὀρφανά. Ὡστόσο, στάθηκε ἡρωΐδα ἡ Ἐμμέλεια καί μαζί της ἡ πρωτότοκη κόρη Μακρίνα, στήν ὁποία καί ὁ Βασίλειος καί ὁ Γρηγόριος, στά γραπτά κείμενά τους, ὑποκλίνονται, ἀποκαλώντάς την «ἡ Διδάσκαλος»! Καί ἡ ποιότητα τοῦ σεβασμοῦ τοῦ Γρηγορίου πρός τή Μακρίνα ξεχύνεται στό ἔργο του «Περί ψυχῆς καί ἀναστάσεως», τό ὁποῖο, ὅπως ὁ ἴδιος ἀναφέρει, τό συνέταξε, ὕστερα ἀπό τήν ἐπίσκεψή του στά Ἄννησα, κοντά στόν Ἴρι ποταμό, ὅπου ἡ Μακρίνα ἦταν Ἡγουμένη στήν ἐκεῖ Μονή, στήν ὁποία διετέλεσε μοναχή καί ἡ μητέρα της Ἐμμέλεια.

Ἐκεῖ, ὅταν τή συνάντησε, στό κελλί της, προκειμένου νά τήν ἐνημερώσει γιά τόν θάνατο τοῦ Βασιλείου (1.1.379 μ.Χ.), μᾶς πληροφορεῖ ὁ Γρηγόριος, τή βρῆκε ξαπλωμένη καί ἄρρωστη καί ἀναπαυόταν «οὐκ ἐπί κλίνης, ἀλλ’ ἐπί τοῦ ἐδάφους», ἔχοντας ἀπό κάτω σανίδα, καί, ὡς προσκέφαλό της, «πάλιν σανίδος ὑπερειδούσης». Στό ἄκουσμα τοῦ θανάτου τοῦ Μ. Βασιλείου, ἀνακάθισε καί στόν σχετικό διάλογο, ὁ ὁποῖος ἀναπτύχθηκε μεταξύ τῶν δύο «Περί ψυχῆς καί ἀναστάσεως», γράφει χαρακτηριστικά ὁ Νύσσης: «Τή ρωτοῦσα καί αὐτή ἀπαντοῦσε, ὄντας ἐμπνευσμένη ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, καί ἀπολάμβανα τόν λόγο της, ὅπως ἀπολαμβάνει κανένας τό κελάρυσμα τοῦ τρεχούμενου νεροῦ στό πρανές τοῦ βουνοῦ»!

Πράγματι. Τό ὑπέροχο τοῦ περιεχομένου, τοῦ ὑπό ἀναφορά ἔργου τοῦ Γρηγορίου, ἀποτελεῖ ποίημα τῆς Μακρίνας. Καί θά μᾶς πληροφορήσει ὁ Νύσσης, ὅτι τήν ἐπαύριο ἡ Μακρίνα ἔφυγε στούς οὐρανούς, ἀλλά καί θά μᾶς διασώσει ὁ Ἅγιος, ὅτι ἡ διακόνισσα μοναχή Λαμπαδία, ἡ ὁποία ἔντυσε τό νεκρό σῶμα της, εἶδε θαῦμα συγκλονιστικό. Ποιό; Τά σημάδια τῆς ἀποθεραπευμένης πληγῆς στό στῆθος της ἀπό τόν καρκίνο, ὁ ὁποῖος θεραπεύθηκε θαυματουργικά μέ τήν προσευχή καί τά δάκρυά της, τά ὁποῖα σχημάτιζαν πηλό στό ἔδαφος καί τόν ὁποῖο, ὡς «φάρμακον πρός τό πάθος τοῦ στήθους ἐχρήσατο».

Πέρα, ὅμως, ἀπό τή Μακρίνα καί τόν Βασίλειο, τούς ὁποίους θαυμάζει καί μιμεῖται ὁ Γρηγόριος, μᾶς κατέλιπε ἔργο ποιμαντικό καί θεολογικό τεράστιο. Πρωτοστατεῖ καί προσφωνεῖ τή Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδο (Κωνσταντινούπολη 381 μ.Χ.) καί καταπλήσσει μέ τίς ἑρμηνεῖες του γιά τή θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τό ὁμοούσιό του μέ τόν Πατέρα καί τόν Υἱό, φέροντας, ὡς παράδειγμα, τήν πηγή, ἡ ὁποία ἀναβλύζει νερό καί σχηματίζει ποταμό, ἤ τόν ἥλιο, ὁ ὁποῖος παράγει τό φῶς καί τή θερμότητα, μιμούμενος, ἐπί τοῦ προκειμένου τόν Μ. Ἀθανάσιο καί τόν Βασίλειο, ἀλλά καί ἄλλους Πατέρες, οἱ ὁποῖοι διδάσκουν πώς, ὅπως τό φῶς καί ἡ θερμότητα ἤ ὁ ποταμός καί τό νερό, ἐπιβεβαιώνουν τήν ὕπαρξη τοῦ ἥλιου ἤ τῆς πηγῆς, ἔτσι καί ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐπαληθεύουν, ὡς πρόσωπα, τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ Πατέρα.

Ὄντας στήν Κωνσταντινούπολη, ἡ ἀναστροφή καί ὁ λόγος του προκαλοῦν τόν θαυμασμό καί τόν σεβασμό πρός τό πρόσωπό του, γι’ αὐτό καί ὁ αὐτοκράτορας Μ. Θεοδόσιος τοῦ ἀναθέτει νά ἐκφωνήσει τούς ἐπικηδείους Λόγους στήν κόρη του Πουλχερία καί στή σύζυγό του Πλακίλλα, οἱ ὁποῖες πέθαναν ἡ μία μετά τήν ἄλλη, καί, ἐξαιτίας καί αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, ἀναγορεύεται ὡς «πρῶτος ρήτορας τοῦ Κράτους»!

Σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τόν ἄνθρωπο, θά διδάξει ὁ Γρηγόριος, ὅτι αἴτιο τῆς πτώσης τῶν πρωτοπλάστων καί τῶν παθημάτων τοῦ ἀνθρώπου ἀποβαίνει, ὄχι ἡ φύση του, γιατί αὐτή εἶναι θεοπρεπής, ἀλλά ἡ προαίρεσή του. Καί τοῦτο, γιατί ὁ ἄνθρωπος, κατά τόν Νύσσης, κατασκευάσθηκε ἀπό τόν τριαδικό Θεό, ὡς «μέγα καί πρᾶγμα καί ὄνομα… (καί συνιστᾶ) ἀπεικόνισμα τῆς θείας φύσεως». Ναί. «Ἄλλο πλάσμα ἦταν ὁ ἄνθρωπος, ὡς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ποίημα, καί ‘‘ἕτερον (ἄλλο πρᾶγμα, μετά τήν ἁμαρτία) τό ἐν ταλαιπωρίᾳ δεικνύμενον’’». Γι’ αὐτό καί μέ τόν Χριστό, καλούμαστε νά ἀναπτύξομε ἀγαπητική σχέση, ἡ ὁποία καί προϋποθέτει τήν κάθαρσή μας ἀπό τήν ἁμαρτία καί τήν ὀξεῖα ἀκοή τῆς καρδίας πρός τό θεῖο θέλημα, γιά νά κατορθώσομε τήν «ἀνάκρασή μας», ὅπως τήν ἀποκαλεῖ, μέ τόν Χριστό, ὥστε νά ἀξιωθοῦμε, ὅπως ὁ Μωϋσῆς, νά εἰσέλθομε, συνθεωμένοι, κατά χάρη, στόν θεῖο γνόφο, ἤ «τήν ἀχειροποίητον σκηνήν», τῆς ὁποίας πλήρωμα εἶναι ὁ Χριστός μας!

Δυστυχῶς, τό συνεσταλμένο τοῦ χώρου μᾶς ὑπαγορεύει νά περιορίσομε τόν λόγο. Γι’ αὐτό καί, περαίνοντας, κρίνομε ἀπαραίτητο νά ποῦμε, ὅτι ὁ Γρηγόριος πέρασε ἀπό θλίψεις καί κατατρεγμούς, ὡστόσο, παρέμεινε, ὡς ἀκραῖος πρωταθλητής ποιμένας. Χαρακτηριστική, τῆς ὅλης ἐν Χριστῷ ἀναστροφῆς του, ἦταν ἡ διαρκής ἀναφορά του, ἡ ὁποία καί ἀποκαλύπτει τό μέγεθος τῆς θυσιαστικῆς διακονίας του. Καί ποιά εἶναι αὐτή; Τήν περιγράφει ὁ ἴδιος: «Οὐδέποτε ἀντιπαρῆλθον τήν θέαν τοῦ ἐσταυρωμένου μου Χριστοῦ ἀδακρυτί»! Γι’ αὐτό καί ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος (789 μ.Χ.) δίκαια τόν προσαγορεύει καί ἀνακηρύττει «Πατέρα Πατέρων»!

Ακολούθησέ μας....

Κοινοποίησέ το....