«’Ἵνα πάντες ἐν ὦσιν»: Συνδιαλλαγὴ καὶ ἐναγκαλισμὸς μὲ τὸν Ἄλλο στὴν οἰκουμενικὴ ἱερωσύνη τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα»
Mια εξαίρετη εργασία που αφορά στην μεγάλη προσωπικότητα του αειμνήστου Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρα Σπύρου παρουσιάσθηκε στο πρόσφατο 2ο Μαθητικό Συνέδριο που ήταν αφιερωμένο στην 35ετή ευκλεή ποιμαντορία του Πατριάρχη Βαρθολομαίου και πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή, 3 Απριλίου ε.ε. στην Πατριαρχική Αστική Σχολή «Μαρασλή».
Την εργασία εκπόνησαν μαθητές του Προτύπου Γενικού Λυκείου Λάρισας υπό την καθοδήγηση και επιμέλεια του φιλολόγου καθηγητή τους, Δρος Ευαγγέλου Σακκά και την παρουσίασε στο Συνέδριο η φιλόλογος καθηγήτρια του σχολείου κ. Αντιγόνη Καρύτσα, Μ.Sc. Iστορίας.

Αποστέλλεται από τον Διευθυντή του σχολείου, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας Χαράλαμπο Ανδρεόπουλο για δημοσίευση στην εκλεκτή Ιστοσελίδα «ΦΩΣ ΦΑΝΑΡΙΟΥ» (https://fosfanariou.gr/ ) με τις ευχαριστίες στον υπεύθυνο-διαχειριστή αυτής, αγαπητό συνάδελφο θεολόγο, κ. Παναγιώτη Ανδριόπουλο και την Yποδιευθύντρια του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών, Δρ. Αρχαιολογίας Γεωργία Γαλάνη για την βιβλιογραφική συνδρομή τους. Φυσικά έπαινοι πολλοί αξίζουν στους μαθητές του Προτύπου ΓΕΛ Λάρισας που κατάφεραν να φέρουν εις αίσιον πέρας την αποστολή τους, εκπονώντας μια εξαίρετης ποιότητας και υψηλών προδιαγραφών έρευνα για την εργασία – μελέτη τους και να λάβουν το θερμό χειροκρότημα των συνέδρων.

Πρότυπο ΓΕΛ Λάρισας
2ο Μαθητικό Συνέδριο: «Η Χάλκη των Αγίων και των Λογίων»
Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών – Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης
Παρασκευή 3 Απριλίου 2026*
Γεννημένος το 1886 την ημέρα του Ευαγγελισμού στα Τσαραπλανά, ένα ορεινό χωριό της υπό οθωμανική -τότε- κυριαρχία Ηπείρου, ο κατά κόσμον Αριστοκλής Σπύρου ανατράφηκε σε ένα περιβάλλον που χαρακτηριζόταν από γλωσσική και θρησκευτική ποικιλομορφία: το 19ο αιώνα στην Ήπειρο ομιλούνταν τα ελληνικά, τα βλάχικα και τα αλβανικά, ενώ στα Γιάννενα, όπου ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του, κατοικούσαν Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι και Εβραίοι.[1]
Από την πολύγλωσση αυτή περιοχή μετέβη το 1903 για σπουδές στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και, όταν το 1910 αποφοίτησε και χειροτονήθηκε διάκονος, έλαβε το όνομα Αθηναγόρας προς τιμήν του παλαιού αποφοίτου της Σχολής και μετέπειτα μητροπολίτη Παραμυθίας Αθηναγόρα Ελευθερίου.[2]
Ήδη από τη στιγμή που έλαβε τον πρώτο ιερατικό βαθμό, ο Αθηναγόρας επέδειξε συμπεριφορά οικουμενική, αντάξια του ονόματος της Εκκλησίας στην οποία ανήκε η μητρόπολη Πελαγονίας, όπου υπηρετούσε. Στο Μοναστήρι της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας, που από τις αρχές του αιώνα ζούσε στην ατμόσφαιρα της ένοπλης αντιπαράθεσης μεταξύ αντίπαλων εθνικών παρατάξεων, δεν αφέθηκε να παρασυρθεί από το «μίσος», όπως ο ίδιος το περιέγραψε, «μέσα στο οποίο έζησε».[3] Πέρα από τα ιερατικά καθήκοντά του και τη διδασκαλία θρησκευτικών σε ελληνικό σχολείο της πόλης, ανέλαβε πρωτοβουλίες για την άρση των εμποδίων που αντικειμενικά χώριζαν έναν Ορθόδοξο κληρικό από τον περίγυρό του: φρόντισε να μάθει ο ίδιος την τοπική σλαβική μακεδονική, που μιλούσε το μεγάλο μέρος του ορθόδοξου ποιμνίου, ενώ με το σκεπτικό της εκμάθησης της γαλλικής ήρθε σε επικοινωνία με τους Ρωμαιοκαθολικούς Μαριανούς Αδελφούς της πόλης.[4]
Το 1918 το Μοναστήρι παραχωρήθηκε στη Σερβία και λίγο αργότερα ο Αθηναγόρας βρέθηκε στην Αθήνα, που στα χρόνια αυτά βρίσκονταν εξίσου διαιρεμένη μεταξύ βενιζελικών Φιλελευθέρων και αντιβενιζελικών βασιλοφρόνων.[5] Ο Αθηναγόρας ήρθη υπεράνω της πολιτικής αυτής αντιπαράθεσης της εποχής του Εθνικού Διχασμού, υπηρετώντας ως γραμματέας τόσο τον (φιλοβενιζελικό) Μητροπολίτη Αθηνών Μελέτιο Μεταξάκη όσο και το (βασιλόφρονα) διάδοχό του, Θεόκλητο Μηνόπουλο.[6]
Την ίδια αμεροληψία επέδειξε και στην Κέρκυρα, όπου στάλθηκε ως επίσκοπος το 1923 καταφέρνοντας έτσι να άρει την αρχική καχυποψία των ντόπιων. Επιπλέον, καλλιέργησε άριστες σχέσεις με τους Ρωμαιοκαθολικούς και την εβραϊκή κοινότητα του νησιού· δεκαετίες ολόκληρες πριν τη θεολογική επεξεργασία της προσέγγισης Χριστιανών και Εβραίων, ως Μητροπολίτης Κέρκυρας παρίστατο στη συναγωγή του νησιού, αναπτύσσοντας παλαιοδιαθηκικά θέματα. Την ποιμαντική του φροντίδα επεξέτεινε και στους νεήλυδες Μικρασιάτες πρόσφυγες, Ρωμιούς αλλά και Αρμένιους, ενώ με πνεύμα καταλλαγής προσέγγισε ακόμα και τους εχθρούς: το 1923, όταν το ιταλικό ναυτικό ξεκίνησε το βομβαρδισμό της Κέρκυρας, επιβιβάστηκε μόνος σε μία λέμβο για να διαπραγματευθεί επιτυχώς την κατάπαυση του βομβαρδισμού του προσφυγικού καταυλισμού στο κάστρο του νησιού. Αυτή η καθολική του απεύθυνση του επέτρεψε να αναπτύξει τελεσφόρα ποικίλες εκπαιδευτικές και κοινωνικές πρωτοβουλίες και να δώσει έτσι έμπρακτη μαρτυρία της πίστης στο Θεό και της μέριμνας για τον πλησίον. Πέρα από την ποιμαντορία της τοπικής κοινότητας, την ίδια περίοδο ο Αθηναγόρας επελέγη ως εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδας σε διαχριστιανικές συναντήσεις και συνέδρια. [7]
Σε αναγνώριση της ικανότητάς του να συνδιαλέγεται και να υπερβαίνει τις διαφορές στο όνομα της ενότητας της χριστιανικής πίστης, ο Αθηναγόρας εξελέγη το 1930 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, η εκκλησία της οποίας κατατρυχόταν από το φατριασμό μεταξύ βενιζελικών και αντιβενιζελικών.[8] Ο Αθηναγόρας επανένωσε τις διχασμένες ορθόδοξες κοινότητες και τις οργάνωσε με ένα νέο Σύνταγμα.[9] Αδιάψευστος μάρτυρας της ανοικοδόμησης τα αριθμητικά δεδομένα: αν και παρέλαβε 119 κοινότητες, μετά τα δεκαοκτώ έτη της εκεί θητείας του παρέδωσε στο διάδοχό του 350.[10] Στην Αμερική, ωστόσο, ο Αθηναγόρας δεν περιχαρακώθηκε στο εσωτερικό της ελληνικής ομογένειας: μερίμνησε για τις επαφές με τους άλλους Ορθοδόξους και για την κανονική επάνοδο των ελληνόρρυθμων Ουκρανών και Καρπαθορώσων της Αμερικής στην Ορθοδοξία, ενώ έθεσε τις βάσεις για τη μετέπειτα δημιουργία της μόνιμης επιτροπής των Ορθόδοξων αρχιερέων των Ηνωμένων Πολιτειών.[11]
Εκλεγόμενος Οικουμενικός Πατριάρχης το 1948, ο Αθηναγόρας κόμισε στην Κωνσταντινούπολη την εμπειρία της ιερωσύνης στις Ηνωμένες Πολιτείες, χάρη στην οποία από τοπικός ιεράρχης είχε αναδειχθεί σε προσωπικότητα με διεθνή εμβέλεια.[12] Η πατριαρχία του αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα «σταυροανάστασης»:[13] παρά τα τραγικά γεγονότα της δεκαετίας του ’50 και του ’60, που κόστισαν τη δραματική πληθυσμιακή συρρίκνωση της κοινότητας των Ρωμηών της Πόλης, ο Αθηναγόρας κατάφερε να απεγκλωβιστεί από τις πολιτικές συγκρούσεις της εποχής, αναδεικνύοντας το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης σε παγκόσμιο κέντρο τωόντι οικουμενικής ακτινοβολίας.[14]
Από την αρχή της πατριαρχίας του είχε θέσει το ζήτημα των σχέσεων της Ορθοδοξίας με τις δύο μεγάλες «αναδεδράδες» του Χριστιανισμού, τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και τους Διαμαρτυρόμενους.[15] Στο πνεύμα της πατριαρχικής εγκυκλίου που το 1920 ρηξικέλευθα κάλεσε όλες τις χριστιανικές κοινότητες να δημιουργήσουν μια παγκόσμια οργάνωση, ήδη το 1955 είχε οργανώσει την εκπροσώπηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών που είχε ιδρυθεί το 1948.[16] Το 1958 το πλήρωμα του χρόνου έφερε στο θρόνο του Πάπα Ρώμης τον Ιωάννη ΚΓ΄, που είχε βιώσει την ορθόδοξη πνευματικότητα στην Κωνσταντινούπολη και στην Ελλάδα και εξέφρασε την ανάγκη για ενότητα των Εκκλησιών της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης.[17] Ο διάδοχός του, Πάπας Παύλος Στ΄, συνέχισε την πολιτική του προκατόχου, οργανώνοντας τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού, ενώ για την προσέγγιση με τους Ορθόδοξους συγκρότησε μια επιτροπή με επικεφαλής τον καρδινάλιο Αυγουστίνο Μπέα.[18] Αντίστοιχα, ο Αθηναγόρας πραγματοποίησε μια «πορεία ενότητας, ειρήνης και αγάπης» σε έδρες Ορθόδοξων εκκλησιών και, στη Δεύτερη από τις Πανορθόδοξες Διασκέψεις που είχε συγκαλέσει από το 1961, αποφασίστηκε η διεξαγωγή «επί ίσοις όροις» διαλόγου με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.[19] Εκφράζοντας μια «θεολογία της συνάντησης», αντί των τυπικών διαδικασιών για τη συζήτηση αφηρημένων θέσεων, ο Αθηναγόρας έθεσε ως προτεραιότητα την αδιαμεσολάβητη επικοινωνία με τον Άλλο, όπου πάντοτε αναζητούσε το Θεό.[20] Έτσι, όταν ο Πάπας Παύλος ανακοίνωσε την επίσκεψή του στα Ιεροσόλυμα, ο Πατριάρχης μετέβη εκεί τον Ιανουάριο του 1964 για να συναντήσει τον προκαθήμενο της «αδελφής εκκλησίας».[21] Η συνάντηση αυτή, η πρώτη συνάντηση Πάπα Ρώμης και Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης μετά από 525 χρόνια σημαδεύτηκε από τις πηγαίες κινήσεις υψηλού συμβολισμού του Πατριάρχη, που έσπευσε να εναγκαλιστεί αδελφικά τον Πάπα Παύλο.[22]
Έκτοτε, μια μικτή επιτροπή Ορθόδοξων και Ρωμαιοκαθολικών, στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραμάτισε από την πλευρά των Ορθόδοξων ο Μητροπολίτης Ηλιουπόλεως Μελίτων Χατζής, επεξεργάστηκε για λόγους ποιμαντικούς την άρση των λεγόμενων «αναθεμάτων» του 1054.[23] Στις 7 Δεκεμβρίου 1965 η κοινή δήλωση άρσης των αναθεμάτων υπογράφηκε στο Φανάρι από την σύνοδο του Πατριαρχείου, ενώ στη Ρώμη αναγνώστηκε την τελευταία μέρα της Συνόδου του Βατικανού, της οποίας έγινε έτσι κομβικό γεγονός.[24] Ακολούθησε η επίσκεψη του Πάπα Παύλου στο Φανάρι το 1967, την οποία ανταπέδωσε το ίδιο έτος ο Πατριάρχης.[25] Τα επόμενα χρόνια ο δυναμισμός του Πατριάρχη δεν άρκεσε για να αναβαθμίσει την πραγματικότητα της περιστασιακής επικοινωνίας σε εκπλήρωση του προφητικού οράματος της πλήρους κοινωνίας, ωσότου το 1972 εγκατέλειψε τα εγκόσμια, αφού έλαβε την τελευταία μετάληψη από τα χέρια του στενού του συνεργάτη Μελίτωνα Χατζή.[26]
Η σημασία που εξακολουθεί να έχει σχεδόν μισό αιώνα μετά την εκδημία του το έργο του Πατριάρχη Αθηναγόρα γίνεται εύκολα αντιληπτή. Η υψηλού συμβολισμού χειρονομία του εναγκαλισμού με τον Πάπα Παύλο έχει εντυπωθεί στη μνήμη των πιστών και έχει αποτυπωθεί σε πλήθος ναών: στη βασιλική του Αγίου Βαρνάβα στη Ρώμη,[27] στο ναό του Ευαγγελισμού στη Ναζαρέτ, σε ένα παρεκκλήσι στο Μπέρνμπαχ της Αυστρίας.[28]
Η κατεύθυνση την οποία ο ίδιος εξέφρασε συνεχίζεται τις τελευταίες δεκαετίες στις ενέργειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου: η Πανορθόδοξη Σύνοδος, την οποία είχε προπαρασκευάσει,[29] πραγματοποιήθηκε εντέλει το 2016, το Ινστιτούτο που ίδρυσε στις ΗΠΑ το 1937 εξακολουθεί ακόμα και σήμερα, ως Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού στην Βοστόνη, να μορφώνει ιερωμένους και λαϊκούς της ελληνορθόδοξης κοινότητας των ΗΠΑ,[30] οι Άρχοντες του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατ’ έτος απονέμουν προς τιμή του το βραβείο ανθρωπίνων δικαιωμάτων «Αθηναγόρας». Συνεχής είναι και η οικουμενική διακονία και θυσιαστική μέριμνα της Μητέρας Εκκλησίας όχι μόνο για το τοπικό ποίμνιο, αλλά για ολόκληρη την Ορθοδοξία και την ανθρωπότητα.[31]
Όπως είχε προβλέψει ο ίδιος ο Αθηναγόρας, ο «διάλογος της αγάπης», ο εναγκαλισμός του ετερόδοξου Άλλου, άνοιξε το δρόμο για τη συστηματική θεολογική προσέγγιση των διαφορών που χωρίζουν τις δύο Εκκλησίες και άλλους χριστιανούς,[32] καθώς ο διάλογος με τη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία προχωρά, ενώ εκείνοι με τις εκκλησίες της Μεταρρύθμισης και τις Προχαλκηδόνιες εκκλησίες, όπως είχε αποφασιστεί στην τέταρτη Πανορθόδοξη Διάσκεψη του 1968, εγκαινιάστηκαν τη δεκαετία του ’80.[33] Οι καρποί του έργου του Αθηναγόρα γίνονται ίσως περισσότερο ευδιάκριτοι για εμάς, εάν στρέψουμε το βλέμμα μας στις άλλες χριστιανικές εκκλησίες. Εκεί θα διαπιστώσουμε ότι η διαλεκτική επικοινωνία έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση σε εκκλησίες της Μεταρρύθμισης αναφορών στην αποστολική παράδοση, την πατερική θεολογία και τη σημασία της θείας ευχαριστίας για την εκκλησιαστική ζωή,[34] ενώ η Καθολική Εκκλησία στρέφεται με έμφαση στη συνοδικότητα και κινείται προς επεξεργασίες του πρωτείου οι οποίες ανατρέχουν στην κοινή παράδοση της πρώτης χιλιετίας.[35]
Καθώς προχωρά η εργώδης και σύνθετη προσέγγιση των θεολογικών θεμάτων, για κάθε μέλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας που σήμερα ανατρέχει νοητά στο έργο του Αθηναγόρα γίνεται εμφανής η ανάγκη συνέχισης με ανανεωμένο δυναμισμό της κίνησης προς τον Άλλο, την οποία ο ίδιος πυροδότησε: της συμμετοχής σε ένα οικουμενικό κίνημα που δεν αφορά μόνο τα μέλη των θεολογικών επιτροπών, αλλά τους απλούς Χριστιανούς, που δεν ασχολείται μόνο με θεωρητικά ζητήματα, αλλά με την ορατή παγχριστιανική ενότητα, όπως εκφράζεται στις μέρες μας με τη βούληση για εύρεση μιας κοινής ημερομηνίας για την εορτή του Πάσχα.[36]
Όπως ήταν σαφές για τον Πατριάρχη Αθηναγόρα, ο διάλογος με τον Άλλο δεν αποτελεί παραίτηση από την ορθόδοξη ταυτότητα, αλλά ένα μοίρασμα με τους άλλους Χριστιανούς του πλούτου που αποτελεί η παράδοση της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας υπό την προοπτική της μελλοντικής επανένωσης.[37] Κατά την ευαγγελική περικοπή που επεσήμαινε ο ίδιος, μόνο διατηρώντας το όραμα αυτό «της των πάντων ενώσεως» μπορεί να δοθεί αποτελεσματικά στον σύγχρονο κόσμο η πληρότητα της μαρτυρίας της χριστιανικής πίστης και της αγάπης του Θεού.[38]

* Οφειλόμενες ευχαριστίες για βιβλιογραφική συνδρομή στους: Παναγιώτη Ανδριόπουλο και Γεωργία Γαλάνη.
[1] Για τα πρώτα χρόνια του Αθηναγόρα, βλ. τις διηγήσεις του ίδιου στο: Olivier Clément, Dialogues avec le patriarche Athénagoras (Παρίσι: Fayard, 1976), 31-41. Για τις γλωσσικές κοινότητες της Ηπείρου, βλ. τα οικεία κεφάλαια του Ιωάννης Κολιόπουλος, Η “πέραν” Ελλάς και οι “άλλοι” Έλληνες: Το σύγχρονο ελληνικό έθνος και οι ετερόγλωσσοι σύνοικοι χριστιανοί 1800-1912 (Θεσσαλονίκη: Βάνιας, 2003) και Andrea Riccardi, Αθηναγόρας – Clément: Ένας πατριάρχης και ένας καθηγητής μεταξύ των εθνικισμών και της παγκοσμιοποίησης (Αθήνα: Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, 2020), 172-3. Για τη θρησκευτική σύνθεση του πληθυσμού του καζά των Ιωαννίνων την ύστερη οθωμανική περίοδο, βλ. το λήμμα Meropi Anastassiadou, «Yanya», στο: P.J. Bearman, Th. Bianquis, C. E. Bosworth, E. van Donzel και W. P. Heinrichs (επιμ.), The Encyclopaedia of Islam, 2η έκδοση, τόμος XI: W–Z (Λάιντεν: Brill, 2002), 282–283.
[2] Για τα χρόνια του Αθηναγόρα στη Χάλκη, βλ. Clément, Dialogues, 45-52. Για την επίδραση που άσκησαν πάνω του, βλ. και την αναφορά στο Oliver Clément, «Athenagoras I: Orthodoxy in the Service of Unity,» The Ecumenical Review 21 (1969), 311.
[3] Σύμφωνα με τη διήγηση του Πατριάρχη, η οποία είναι καταγεγραμμένη στο: Αριστείδης Πανώτης, Παύλος Στ΄ – Αθηναγόρας Α΄: Ειρηνοποιοί (Αθήνα: Ίδρυμα Ευρώπης Δραγάν, 1971), 45.
[4] Για τη ζωή του Αθηναγόρα στο Μοναστήρι, βλ. Clément, Dialogues, 54-8. Ειδικά για την προσέγγιση με τους Μαριανούς, βλ. Πανώτης, Ειρηνοποιοί, 46 και, για την μαρτυρία ενός Μοναστηριώτη δικηγόρου για την εκμάθηση της σλαβικής μακεδονικής, Θεμιστοκλής Η. Πέτρου, Ο εθνικός διχασμός στην ομογένεια της Αμερικής και η αρχιεπισκοπεία του Αθηναγόρα (Αθήνα: Περίπλους, 2009), 324. Για τη γλωσσική και θρησκευτική σύνθεση των κατοίκων της πόλης του Μοναστηρίου, βλ. τα στοιχεία της (τουλάχιστον ορολογικά) μεροληπτικής στατιστικής του Ντ. Μπράνκοφ/Ντίμιταρ Μίτσεφ, La Macédoine et sa Population Chrétienne (Παρίσι, 1905), 118-119. Για τις εθνικές αντιπαραθέσεις στην πόλη την αμέσως προηγούμενη περίοδο, βλ. Βασίλης Κ. Γούναρης, Στις όχθες του Υδραγόρα: Οικογένεια, οικονομία και αστική κοινωνία στο Μοναστήρι 1897-1911 (Αθήνα: Στάχυ, 2000), 223-72.
[5] Για τις συνθήκες της εποχής, βλ. Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, 1915: Ο Εθνικός Διχασμός (Αθήνα: Πατάκης, 2015), 112-148, 270-313.
[6] Πανώτης, Ειρηνοποιοί, 46.
[7] Για την εκλογή του Αθηναγόρα ως Μητροπολίτου Κερκύρας, βλ. Αθηναγόρας 1923-1930, Μεθόδιος 1942-1966, Μητροπολίται Κερκύρας και Παξών. Εις τιμήν και μνήμην ([χ.τ.]: Ι. Μ. Κερκύρας και Παξών, 1973), 51-53, και, για τη θητεία του εκεί, αυτ., 15-49. Για τις σχέσεις με τους Καθολικούς της και τους Εβραίους της Κέρκυρας, βλ. Πανώτης, Ειρηνοποιοί, 46-7, Riccardi, Αθηναγόρας – Clément, 216-7 καθώς και σχετικές αναφορές στο: «Ο Αριστείδης Πανώτης για τον Κερκύρας Αθηναγόρα τον μετέπειτα Οικουμενικό Πατριάρχη», Φως Φαναρίου, 07.07.2022 (URL: https://fosfanariou.gr/index.php/2022/07/07/aristeidis-panotis-gia-kerkyras-athinagora/, τελευταία πρόσβαση: 07-04-2026) και τη μετέπειτα δήλωσή του στο: «GREEK JEWS HERE PRAY FOR VICTORY», The New York Times, 25.11.1940 (URL: https://www.nytimes.com/1940/11/25/archives/greek-jews-here-pray-for-victory-dr-pool-at-special-service-says.html, τελευταία πρόσβαση: 07-04-2026).
[8] Για τα προβλήματα αυτά και την εκλογή του Αθηναγόρα ως Αρχιεπισκόπου Αμερικής ως «λύση» τους, βλ. Πέτρου, Εθνικός Διχασμός, 279-321.
[9] Αυτ., 340-365.
[10] Αυτ., 455.
[11] Αυτ., 445-50.
[12] Για την εκλογή του Αθηναγόρα ως Οικουμενικού Πατριάρχη, βλ. Παύλος Σεραφείμ, Η εκλογή του Αρχιεπισκόπου Αμερικής Αθηναγόρα στον Οικουμενικό Θρόνο (1946-1948). Δ.δ., Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ (2016). Ως ένδειξη της εμβέλειας του Αθηναγόρα, βλ. για τις επαφές του με τους Προέδρους των ΗΠΑ, Πέτρου, Εθνικός Διχασμός, 438-445.
[13] Για την έκφραση, βλ. «Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας εκφραστής της Σταυροανάστασης», Φως Φαναρίου, 07.04.2020 (URL: https://fosfanariou.gr/index.php/2020/04/07/blog-post_7-16/, τελευταία πρόσβαση: 07-04-2026)
[14] Για τη δοκιμασία των Ρωμηών της πόλης τα χρόνια αυτά, βλ. Riccardi, Αθηναγόρας – Clément, 164-171.
[15] Βλ. τη σύνδεση του ενθρονιστήριου λόγου του Πατριάρχη Αθηναγόρα με τις πατριαρχικές εγκυκλίους, ιδίως εκείνη του 1902, όπου και απαντάται ο σχετικός όρος, στο: «Ο π. Γεώργιος Τσέτσης για τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα», Φως Φαναρίου, 24.07.2024 (URL: https://fosfanariou.gr/index.php/2024/07/24/o-makaristos-patir-georgios-tsetsis-gia-ton-ecum-patr-athinagora/, τελευταία πρόσβαση: 07-04-2026).
[16] Grigorios Liantas, «(33) Archbishop Iakovos of North and South America», στο: Pantelis Kalaitzidis κ.ά. (επιμ.), Orthodox Handbook on Ecumenism (Οξφόρδη: ETE/WCC, CEC, Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου, 2013), 217.
[17] Πανώτης, Ειρηνοποιοί, 28-31, 41-3. Για τη μαρτυρούμενη ήδη το 1959 νέα πνοή στη σχέση πρεσβυτέρας και νέας Ρώμης, βλ.
Γρηγόριος Λαρεντζάκης « Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας: Ο ρηξικέλευθος οραματιστής και διάκονος της καταλλαγής. Ενότητα της Ορθοδοξίας και της Οικουμένης», διαδικτυακά διαθέσιμο στο URL:https://fosfanariou.gr/index.php/2022/07/06/kathigitis-larentzakis-gia-ecum-patr-athinagora/ (τελευταία πρόσβαση: 07-04-2026).
[18] Πανώτης, Ειρηνοποιοί, 89-95.
[19] Στυλιανός Τσομπανίδης, «“θα υπάρξωμεν μόνον συνυπάρχοντες”: Ο Αθηναγόρας στην Οικουμένη», Σύνθεσις 10, 2 (2021), 30-1, Πανώτης, Ειρηνοποιοί, 123, Strübind, «Myths of Religious Reconciliation», Kirchliche Zeitgeschichte, 27 (2): Mythen – nationale Grenzen –Religionen / Myths – National Borders – Religions (2014), 246, Fr. Viorel Ionita, «(17) Pan-Orthodox Decisions on the Ecumenical Relations of Orthodox Churches – A Survey and Historical Account», στο: Kalaitzidis κ.ά. (επιμ.), Orthodox Handbook on Ecumenism, 117-9.
[20] Για τη σημασία της συνάντησης με τον Άλλο για την εύρεση του Θεού κατά τον Αθηναγόρα, βλ. Riccardi, Αθηναγόρας – Clément, 253.
[21] Για την αντίδραση του Πατριάρχη Αθηναγόρας και τις επιστολές που ανταλλάχθηκαν πριν τη συνάντηση, βλ. Τόμος Αγάπης: Vatican – Phanar (1958-1970) (Ρώμη/Κωνσταντινούπολη, 1971), 90-108. Για τον όρο «αδελφές εκκλησίες», που πρώτος χρησιμοποίησε ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, βλ. Augustinos Bairactaris, «Une interprétation ecclésiologique et théologique de l’expression “églises sœurs” vis-à-vis le contenu de terme “églises locales”»: ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ 36 (2004), 119-140.
[22] Πανώτης, Ειρηνοποιοί, 126-8, 137-41. Για μια λεπτομερέστερη παρουσίαση των γεγονότων της συνάντησης, βλ. Π. Γρηγορίου, Χρονικόν συναντήσεως Πάπα Παύλου Στ΄ και Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρου Α’ (Αθήνα: [χ.ε.], 1964), 24-35.
[23] Πανώτης, Ειρηνοποιοί, 156-9. Για μια έκθεση αυτής της φάσης προσέγγισης παλαιάς και νέας Ρώμης από τη σκοπιά της διπλωματίας, βλ. Γεώργιος-Σπυρίδων Μάμαλος «Εκκλησία και διπλωματία: η προσέγγιση των εκκλησιών Ρώμης – Κωνσταντινούπολης κατά τη δεκαετία του 1960», Ο ελληνικός κόσμος ανάμεσα στην εποχή του διαφωτισμού και στον εικοστό αιώνα: πρακτικά του Γ΄ Ευρωπαϊκού Συνεδρίου Νεοελληνικών Σπουδών (ΕΕΝΣ), Βουκουρέστι 2-4 Ιουνίου 2006, τομ. 1, 527-541.
[24] Πανώτης, Ειρηνοποιοί, 177-80.
[25] Πανώτης, Ειρηνοποιοί, 202-7, 225-8.
[26] Για την κάμψη της οικουμενικής κίνησης την περίοδο εκείνη, βλ. Riccardi, Αθηναγόρας – Clément, 304-14 και Fr. Daniel Buda, «(18) On the Critical Role of Orthodox Churches in the Ecumenical Movement», στο: Kalaitzidis κ.ά. (επιμ.), Orthodox Handbook on Ecumenism, 126. Για τις τελευταίες στιγμές του επίγειου βίου του Πατριάρχη Αθηναγόρα, βλ. Clément, «Athenagoras I», 323.
[27] Γεράσιμος Γ. Ζώρας, «Δυο απεικονίσεις του Πατριάρχη Αθηναγόρα σε ναό της Ρώμης και του Μπάρι», Εκκλησία, έτος ΞΒ, Α΄ (4), 148-150
[28] Σχετικές εικόνες είναι διαθέσιμες στα Wikimedia Commons (URL: https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Arcada0123.jpg και https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Ortskapelle_Tregist_Nordwand_Paul_VI._und_Athenagoras_I._01.jpg αντίστοιχα, τελευταία πρόσβαση: 07-04-2026).
[29] Fr. Viorel Ionita, «(17) Pan-Orthodox Decisions», 119.
[30] Για το ρόλο που διαδραμάτισε ο Αθηναγόρας, βλ. Πέτρου, Εθνικός Διχασμός, 408-12, 420-5.
[31] Βλ. το σκεπτικό που αναπτύσσεται στο: «Οικουμενικός Πατριάρχης: Η αγαπητική μέριμνα της Εκκλησίας μοναδικό κίνητρο και κριτήριο για το Αυτοκέφαλο στην Ουκρανία (ΦΩΤΟ ΚΑΙ ΒΙΝΤΕΟ)», Φως Φαναρίου, 28.10.2018 (URL: https://fanarion.blogspot.com/2018/10/blog-post_31.html, τελευταία πρόσβαση: 07-04-2026)
[32] Για τη στάση του Αθηναγόρα, βλ. Riccardi, Αθηναγόρας – Clément, 288, 290-1 καθώς και Fr. Augustinos Bairaktaris, «(25) Ecumenical Patriarch Athenagoras», στο: Kalaitzidis κ.ά. (επιμ.), Orthodox Handbook on Ecumenism, 179. Αντίστοιχη ήταν η δήλωση του Πάπα Παύλου Στ΄ κατά τη συνάντησή του με τον Πατριάρχη Αθηναγόρα στην Ιερουσαλήμ (βλ. Τόμος Αγάπης, 116-7).
[33] Για τις αποφάσεις, της τέταρτης Πανορθόδοξης Διάσκεψης, βλ. Fr. Augustinos Bairaktaris, «(25) Ecumenical Patriarch Athenagoras», στο: Kalaitzidis κ.ά. (επιμ.), Orthodox Handbook on Ecumenism, 181. Για την έναρξη και την πορεία των διαλόγων αυτών, βλ. Fr. Viorel Ionita, «(71) Bilateral Theological Dialogues of Orthodox Churches – A General Introduction», στο: Kalaitzidis κ.ά. (επιμ.), Orthodox Handbook on Ecumenism, 434. 436, 439.
[34] Βλ. την ενότητα «4.4. Eucharistic sacrifice in an ecumenical climate and in post-Vatican II ecumenical dialogue» στο: Stephenson, John. 2023. ‘Sacrifice and the Eucharist’, Brendan N. Wolfe κ.ά. (επιμ.), St Andrews Encyclopaedia of Theology (URL: https://www.saet.ac.uk/Christianity/SacrificeandtheEucharist, τελευταία πρόσβαση: 07-04-2026).
[35] Για μια αποτίμηση της σημασίας της κίνησης αυτής προς τη συνοδικότητα, βλ. Σταύρος Ζουμπουλάκης, «Εκκλησιαστικό κακό και συνοδικότητα», Η Καθημερινή, 08.11.2011 (URL: https://www.kathimerini.gr/culture/561574066/ekklisiastiko-kako-kai-synodikotita/ , τελευταία πρόσβαση: 07.04.2026). Για μια πρόσφατη τοποθέτηση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας αναφορικά με το πρωτείο, βλ. Dicastery for Promoting Christian Unity The Bishop of Rome: Primacy and Synodality in the Ecumenical Dialogues and in the Responses to the Encyclical Ut Unum Sint : A study document 2024, Collana Ut Unum Sint 7, (Βατικανό: Libreria Editrice Vaticana, 2024) (URL: https://www.christianunity.va/content/dam/unitacristiani/Collana_Ut_unum_sint/The_Bishop_of_Rome/The%20Bishop%20of%20Rome.pdf, τελευταία πρόσβαση: 07.04.2026). Πρβλ. Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος (Σαββάτος), «Το παπικό πρωτείο ως πρόβλημα του Επισήμου Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ των Ορθοδόξων και των Ρωμαιοκαθολικών μετά το Κείμενο της Ραβέννας», Θεολογία 85 (1), 2014, 119-129 και την υπό την επίδραση της συνάντησής του με τον Αθηναγόρα τοποθέτηση του Clément στο ζήτημα αυτό, όπως περιγράφεται στο: Stefanie Hugh-Donovan, «An Eastern Orthodox Reflection on Papal Primacy: Olivier Clément’s Response to Ut Unum Sint and the Ecclesial Legacy of Patriarch Athenagoras I», The Downside Review 134 (3), 2016, 70-87.
[36] Για τους προβληματισμούς που γεννούν οι δυσκολίες της προόδου της οικουμενικής κίνησης, βλ. (από Ορθόδοξη σκοπιά) Σταύρος Ζουμπουλάκης, «Οικουμενικός διάλογος. Τι να κάνουμε;» στο: Άσπονδοι αδελφοί: Εβραίοι, χριστιανοί, μουσουλμάνοι (Αθήνα: Πατάκης, 2019), 188-199, ιδίως 189-190 καθώς και (από μεταρρυθμιστική σκοπιά) Strübind, «Myths of Religious Reconciliation», 244-256. Για την πλέον πρόσφατη έκφραση της βούλησης των προκαθημένων της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας για την «από κοινού τέλεση της Εορτής των Εορτών», η οποία είχε ήδη εκφραστεί το 1966 (Πανώτης, Ειρηνοποιοί, 181), βλ. την Κοινή Διακήρυξη του Πάπα Λέοντα ΙΔ΄ και του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στις 29-11-2025 (URL: https://ec-patr.org/29/11/20/43/joint-declaration-of-h-h-pope-leo-xiv-and-h-a-h-ecumenical-patriarch-bartholomew/, τελευταία πρόσβαση: 07-04-2026).
[37] Clément, Dialogues, 391.
[38] Βλ. τη ρήση που διασώζεται στο: Τσομπανίδης, «Ο Αθηναγόρας στην Οικουμένη», 33, η οποία παραπέμπει στην αρχιερατική προσευχή του Ιησού Χριστού στο κατὰ Ιωάννην 17, 20-23.