Μεγάλη μέρα για την κατά Κύπρο Ορθόδοξη Εκκλησία η Κυριακή (26/4/2026), κατά την οποία η Ιερά Σύνοδος δια του Αρχιεπισκόπου Γεωργίου απένειμε το Χρυσό Παράσημο του Αποστόλου Βαρνάβα στον Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας, Νικηφόρου. Το Παράσημο αυτό είναι η ανώτατη τιμητική διάκριση της Εκκλησίας Κύπρου, αφού ο Απόστολος Βαρνάβας είναι ο ιδρυτής της.
Η τελετή της απονομής έγινε στον κατάμεστο Ιερό Καθεδρικό Ναό της Λευκωσίας, που είναι αφιερωμένος στον Απόστολο Βαρνάβα.
Κορυφαία στιγμή της τελετής, εκτός της απονομής του Παρασήμου, ήταν το ΕΚΤΟΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ γραπτό μήνυμα του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου προς τον Μητροπολίτη Νικηφόρο.
Παρά την έντονη διαφωνία του κ. Νικηφόρου με το Οικουμενικό Πατριαρχείο για την παραχώρηση Τόμου Αυτοκεφαλίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία Ουκρανίας και την συμπόρευση του -συνέγραψε μάλιστα και βιβλίο- με το Πατριαρχείο Μόσχας, ο μακρόθυμος Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος αναγνώρισε την συνολική προσφορά του Μητροπολίτη Κύκκου.
Με παρρησία ο κ. Βαρθολομαίος τόνισε για τον Μητροπολίτη Κύκκου ότι αποτελεί έγκυρο εκκλησιαστική μορφή και παράδειγμα προς μίμηση για τους νεοτέρους κληρικούς.
Παρατίθεται το πλήρες κείμενο του Πατριαρχικού Μηνύματος:
«Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Κύκκου καί Πρόεδρε Τηλλυρίας, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι λίαν ἀγαπητέ ἀδελφέ καί συλλειτουργέ τῆς ἡμῶν Μετριότητος κύριε Νικηφόρε, χάρις εἴη τῇ ὑμετέρᾳ Ἱερότητι καί εἰρήνη παρά Θεοῦ.
Μετά βαθείας πνευματικῆς ἀγαλλιάσεως καί ἱκανοποιήσεως ἐπληροφορήθημεν ἐν τῷ Ἱερῷ ἡμῶν Κέντρῳ ὅτι ἡ Ἱερά Σύνοδος ὑμῶν ἀπεφάσισε νά ἀπονείμῃ εἰς τήν ὑμετέραν φίλην Ἱερότητα τό χρυσοῦν Παράσημον τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Βαρνάβα, τό ὁποῖον ἀποτελεῖ τήν ἀνωτάτην τιμητικήν διάκρισιν τῆς Ἁγιωτάτης Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας Κύπρου. Ἡ Ἱερά Σύνοδος εἶναι ἀξία ἐπαίνων καί συγχαρητηρίων διά τήν δικαίαν ἀπόφασιν αὐτῆς ταύτην, ἡ δέ τιμητική αὕτη πρός ὑμᾶς διάκρισις, Ἱερώτατε ἀδελφέ, ἔρχεται ὡς γνησία καί αὐθεντική ἔκφρασις ἀδελφικῆς ἀγάπης, ἐκτιμήσεως καί εὐαρεσκείας τοῦ Μακαριωτάτου Προκαθημένου τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας Κύπρου καί τῶν σεβασμίων μελῶν τῆς περί αὐτόν Ἱερᾶς Συνόδου, ἅμα δέ καί ἀναγνωρίσεως ὑπ᾿ αὐτῶν τῆς πολυετοῦς πολυτίμου καί καρποβριθοῦς προσφορᾶς ὑμῶν πρός τήν Ἐκκλησίαν καί τό Ἔθνος. Διότι ἡ ὑμετέρα Ἱερότης παιδιόθεν ἀφιέρωσεν ἑαυτήν εἰς τήν διακονίαν τῶν ὁσίων καί τῶν ἱερῶν τῆς πίστεως καί τοῦ Γένους, ἥτις διακονία ἀνέδειξεν αὐτήν κορυφαῖον Ἱεράρχην τῆς Ἁγιωτάτης Αὐτοκεφάλου κατά Κύπρον Ἐκκλησίας, καυχωμένης ἐν Κυρίῳ διότι ἔχει εἰς τούς κόλπους αὐτῆς Μητροπολίτην τῆς ἐμβελείας καί τῆς περιωπῆς τῆς ὑμετέρας προσφιλοῦς Ἱερότητος.
Ὄντως, ἅγιε ἀδελφέ, ἡ λαμπρά ποιμαντορία, ἡ λιπαρά μόρφωσις, τό γνήσιον ἐκκλησιαστικόν φρόνημα, ἡ πλήρης στοργικῆς ἀγάπης καί ἀλληλεγγύης φιλανθρωπική δραστηριότης ὑμῶν ἤδη ἐπί σειράν ἐτῶν, τό ἐν γένει ἐκκλησιαστικόν, ἐθνικόν, μορφωτικόν, ἐκδοτικόν καί πολιτιστικόν ὑμῶν ἔργον, καί αἱ λοιπαί ἀρεταί καί τά τάλαντα ὑμῶν καθιστοῦν ὑμᾶς ἔγκυρον ἐκκλησιαστικήν μορφήν καί παράδειγμα πρός μίμησιν διά τούς νεωτέρους κληρικούς, διό καί ἡ φήμη ὑμῶν πρό πολλοῦ ὑπερέβη τά γεωγραφικά καί ἐκκλησιαστικά ὅρια τῆς Μεγαλονήσου καί ἡ φυσιογνωμία σας σελαγίζει εἰς τό πανορθόδοξον στερέωμα.
Ἡμεῖς ἐκ Φαναρίου συμμετέχομεν ἐκθύμως εἰς τήν δεδικαιολογημένην χαράν τῆς ὑμετέρας Ἱερότητος καί τῆς ἀδελφῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου διά τήν σημερινήν ἱστορικήν ἡμέραν τῆς ἐπαξίας ἠθικῆς ἐπιβραβεύσεως ὑμῶν, ἀναφωνοῦμεν ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ τό «Ἄξιος!» καί ἀσπαζόμεθα ὑμᾶς φιλήματι ἁγίῳ μετά τῶν καλυτέρων αἰσθημάτων ἡμῶν, δοξάζοντες ἅμα τόν Δομήτορα τῆς Ἐκκλησίας Χριστόν διότι ἐχαρίσατο αὐτῇ Ἱεράρχην ὡς ἡ ὑμετέρα διακεκριμένη καί περισπούδαστος ἡμῖν Ἱερότης. Καί πάλιν, ἄξιος καί ὑπεράξιος, παμφίλτατε ἀδελφέ!
‚βκς’ Ἀπριλίου κε’
Το μήνυμα ανάγνωσε ο Αρχιγραμματέας της Ι.Σ. της Εκκλησίας Κύπρου, Αρχιμ. Γεώργιος (Χριστοδούλου). Η χαρά του Μητροπολίτη ήταν φανερή στο πρόσωπό του, ενώ ο κόσμος χειροκρότησε με θέρμη.
Η τελετή άρχισε με καλωσόρισμα από τον Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου Αρχιμ. Γεώργιο Χριστοδούλου. Παρέστησαν όλα τα μέλη, εκτός του Μόρφου Νεοφύτου, της Ιεράς Συνόδου, ο Κύπριος πρόεδρος, υπουργοί, ο πρέσβυς της Ελλάδος Κωνσταντίνος Κόλιας, βουλευτές, καθηγητές, κληρικοί και πολύς κόσμος.
Στη συνέχεια ο βυζαντινός χορός της Ιεράς Β.Σ. Μονής Κύκκου απέδωσε ύμνους της Αναστάσεως.
Στο βήμα προσήλθε ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης, ο οποίος αναφέρθηκε στο πολυδιάστατο και πολυσχιδές ποιμαντορικό και κοινωνικό έργο του Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρου.
«Είναι με ιδιαίτερα αισθήματα εκτίμησης και χαράς που συμμετέχω με αρκετά μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου στην αποψινή τελετή προς τιμήν του Πανιερωτάτου Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας κ.κ. Νικηφόρου. Η παρουσία μου, ανάμεσα σε πολλά άλλα, αντικατοπτρίζει και τον σεβασμό της Πολιτείας και εμένα προσωπικά, έναντι του τιμώμενου Ιεράρχη, αλλά και συνολικά έναντι της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Κύπρου»,τόνισε ο Πρόεδρος.
Είπε ότι η Ιερά Σύνοδος απονέμει «την ύψιστη εκκλησιαστική διάκριση σε έναν αφοσιωμένο Αρχιερέα για το πολυδιάστατο και πολυσχιδές ποιμαντορικό και κοινωνικό του έργο» προσθέτοντας ότι «ως ηγούμενος της Βασιλικής Σταυροπηγιακής Μονής της Παναγίας του Κύκκου, αλλά και ως επικεφαλής της μητροπολιτικής περιφέρειας Κύκκου και Τηλλυρίας, ο κ.κ. Νικηφόρος, αξιώθηκε να συνδέσει το όνομά του με έργο ωφέλιμο και ευεργετικό για χιλιάδες ανθρώπους, στην Κύπρο και σε πολλές άλλες χώρες». Ο κ. Χριστοδουλίδης ανέφερε πως «υπό την εμπνευσμένη καθοδήγηση του Ηγουμένου της, Επισκόπου Κύκκου Νικηφόρου, από το 1984 μέχρι τις μέρες μας, η Μονή Κύκκου έχει να επιδείξει ένα ιδιαίτερα σημαντικό και πολυδιάστατο έργο, σε κάθε έκφανση κοινωνικής δραστηριότητας. Κανείς δεν είναι σε θέση να υπολογίσει το υπέρογκο ποσό που διατέθηκε όλα αυτά τα χρόνια για φιλανθρωπικούς σκοπούς, σε πάσχοντες, αναξιοπαθούντες, χήρες, ορφανά, φιλανθρωπικά Σωματεία και Ιδρύματα».
Τεράστια είναι επίσης, επισήμανε, «η πολυδιάστατη προσφορά της Μονής Κύκκου στην Παιδεία. Αμέτρητα είναι τα σχολεία όλων των βαθμίδων που έχουν κτιστεί και εξοπλιστεί με τη γενναιόδωρη στήριξη της Μονής Κύκκου, είτε με οικονομική βοήθεια είτε με παραχώρηση γης, ενώ εκατοντάδες παιδιά από την πατρίδα μας και το εξωτερικό είχαν την ευκαιρία πρόσβασης σε ανώτερη μόρφωση με υποτροφία της Μονής».
Επίσης, τόνισε ότι το κοινωνικό έργο της Μονής υπό την καθοδήγηση του Νικηφόρου είναι «τιτάνιο και πολυσχιδές» και αναφέρθηκε και σε δράσεις κατά της μάστιγας των ναρκωτικών, κοινωνική και πνευματική στήριξη οικογενειών και νέων, προγράμματα για αντιμετώπιση της αστυφιλίας, κέντρα φροντίδας για άτομα με αναπηρίες, για ηλικιωμένους, και πολλά άλλα.
Παράλληλα, αναφέρθηκε «στο εξαίρετο έργο που επιτελεί το Πολιτιστικό Ίδρυμα “Αρχάγγελος” της Ιεράς Μονής Κύκκου, δημιούργημα του τιμώμενου αρχιερέα” λέγοντας ότι “πρόκειται, αναμφίβολα, για ένα λίκνο πολιτισμού, το οποίο απέσπασε διεθνείς επαίνους και δικαιωματικά μάς κάνει περήφανους σε όλο τον κόσμο».
Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης τόνισε ότι «η διεθνώς αναγνωρισμένη ιεραποστολική δράση του Μητροπολίτη Νικηφόρου εκτείνεται σε όλο τον κόσμο. Από την Αλεξάνδρεια μέχρι τη Βαγδάτη και από τη Δαμασκό μέχρι τον Καύκασο, η ευλογία της Παναγίας του Κύκκου, γίνεται βάλσαμο στις πληγές ανθρώπων που υποφέρουν» και εξήρε «το σθένος, το πείσμα και τη μεθοδικότητα με την οποία ο τιμώμενος ιεράρχης αξιοποίησε κάθε διεθνές φόρουμ για να καταγγείλει, να διαφωτίσει για τα συνεχιζόμενα εγκλήματα της κατοχικής Τουρκίας, έχοντας ως μόνιμη έγνοια την απελευθέρωση και την επανένωση της πατρίδας μας».
Η παρουσίαση του τιμωμένου έγινε από τον ερευνητή της εκκλησιαστικής Ιστορίας, Κωστή Κοκκινόφτα, ο οποίος μεταξύ άλλων ανέφερε:
Καταγωγή και Νεανικά χρόνια
O Mητροπολίτης Kύκκου και Tηλλυρίας Nικηφόρος γεννήθηκε το 1947, στο χωριό της επαρχίας Πάφου Kρήτου Mαρόττου και σε ηλικία μόλις δώδεκα ετών, το 1959, εισήχθη, ως δόκιμος μοναχός, στην Iερά Mονή Kύκκου, όπου υπηρέτησε για έξι χρόνια, φοιτώντας ταυτόχρονα και στην τριτάξια Ελληνική Σχολή, που η Μονή διατηρούσε στα μοναστηριακά της κτήρια. Ακολούθως, εστάλη στο Mετόχιο του Aγίου Προκοπίου στη Λευκωσία, όπου συνέχισε τις σπουδές του, ως υπότροφος της Mονής, στο τότε Γυμνάσιο Aρρένων Kύκκου, τις οποίες ολοκλήρωσε τον Ιούνιο του 1969.
Χειροτονία και Σπουδές
Στο μεταξύ, στις 6 Aπριλίου 1969, ο τιμώμενος από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας Κύπρου, χειροτονήθηκε Iεροδιάκονος από τον Aρχιεπίσκοπο Mακάριο Γ’ και κατετάγη στην Αδελφότητα της Μονής Κύκκου. Ένα χρόνο αργότερα ενεγράφη στη Nομική Σχολή του Aριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, από την οποία αποφοίτησε το 1974. Στη συνέχεια φοίτησε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Aθηνών και ολοκλήρωσε τις σπουδές του το 1978, οπότε επέστρεψε στην Κύπρο, όπου, στις 8 Σεπτεμβρίου 1979, ημέρα που πανηγυρίζει η Μονή της μετανοίας του, χειροτονήθηκε Iερομόναχος και προχειρίσθηκε Aρχιμανδρίτης από τον Aρχιεπίσκοπο Xρυσόστομο A΄. Ακολούθως δίδαξε για έξι περίπου χρόνια ως καθηγητής στην Iερατική Σχολή «Aπόστολος Bαρνάβας» και υπηρέτησε για πέντε χρόνια ως πρόεδρος του Eκκλησιαστικού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με κατά τόπο αρμοδιότητα την επαρχία Aμμοχώστου, καθώς και για τρία χρόνια ως Γραμματέας της Iεράς Συνόδου της Eκκλησίας Kύπρου. Eπίσης, από το 1979 έως τα τέλη του 1983, προσέφερε τις υπηρεσίες του στη Mονή Kύκκου, ως μέλος του Hγουμενοσυμβουλίου και Iεροκήρυκας.
Εκλογή στην Ηγουμενία της Μονής Κύκκου, σε Επίσκοπο Κύκκου και σε Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας
H ενεργός συμμετοχή του στο έργο της Εκκλησίας, η μόρφωση και οι εξαίρετες διοικητικές του ικανότητες, συνέτειναν στην εκλογή του από την Αδελφότητα της Μονής Κύκκου στο αξίωμα του Hγουμένου, στο οποίο ενθρονίστηκε στις 14 Iανουαρίου 1984. Έκτοτε, ο μετέπειτα Mητροπολίτης Kύκκου και Tηλλυρίας επετέλεσε σημαντικό εκκλησιαστικό, εθνικό και κοινωνικό έργο, ενώ ανέπτυξε, επίσης, αξιόλογη επιστημονική και πολιτιστική δραστηριότητα. H Iερά Σύνοδος της Eκκλησίας Kύπρου «εις επιβράβευσιν των προς την Mονήν αυτού και την Eκκλησίαν της Kύπρου γενικώτερον υπηρεσιών του», τον εξέλεξε Eπίσκοπο Κύκκου, αξίωμα στο οποίο χειροτονήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου του 2002. Πέντε χρόνια αργότερα, στα πλαίσια της αναδιοργάνωσης της Eκκλησίας της Kύπρου, ιδρύθηκαν τέσσερις νέες Mητροπόλεις, ανάμεσά τους και η Mητρόπολη Kύκκου και Tηλλυρίας, στην οποία ο Eπίσκοπος Nικηφόρος εξελέγη από κληρικολαϊκή συνέλευση παμψηφεί, ως πρώτος Mητροπολίτης. Η ενθρόνισή του έγινε στη Mονή Kύκκου, στις 13 Mαΐου 2007.
Πολιτιστικό έργο και Επιστημονική Δραστηριότητα
Πολιτιστικό Ίδρυμα «Αρχάγγελος» Ο Mητροπολίτης Νικηφόρος ανέπτυξε επίσης αξιόλογη επιστημονική δραστηριότητα με την ίδρυση του Πολιτιστικού Ιδρύματος «Aρχάγγελος», με κύριο στόχο τη διαφύλαξη της πνευματικής ταυτότητας του Ελληνισμού της Κύπρου και την προβολή της πολιτιστικής του κληρονομιάς. Το Ίδρυμα αυτό περιλαμβάνει το «Kέντρο Mελετών Iεράς Mονής Kύκκου» και τη «Bιβλιοθήκη» του, το «Kέντρο Θησαυρού Kυπριακής Eλληνικής» και το «Eργαστήριο Συντήρησης», τα οποία στεγάζονται στα ανακαινισμένα κτήρια του Mετοχίου του Aρχαγγέλου Mιχαήλ Λακατάμειας, καθώς και το «Mουσείο Iεράς Mονής Kύκκου», που βρίσκεται στην Kεντρική Mονή.
Κέντρο Μελετών
Αρχικά, ο Μητροπολίτης Νικηφόρος ίδρυσε, το 1986, το «Κέντρο Μελετών», στο οποίο καθόρισε ως επίκεντρο των ενασχολήσεών του την καλλιέργεια των ελληνικών γραμμάτων και την επιστημονική έρευνα για την ιστορία της Mονής Kύκκου, την Eκκλησία της Kύπρου, αλλά και την κυπριακή ιστορία και τον πολιτισμό του τόπου γενικότερα. Μέχρι σήμερα, το «Κέντρο Μελετών» έχει πραγματοποιήσει περισσότερες από εκατό σαράντα αυτοτελείς εκδόσεις, που σχετίζονται με την κυπριακή μοναστηριολογία, την εκκλησιαστική γραμματεία, τη βυζαντινή τέχνη, την εκκλησιαστική ιστορία και διάφορα άλλα θέματα. Εκδίδει επίσης Επετηρίδα, ο 14ος τόμος της οποίας κυκλοφόρησε τη χρονιά που μας πέρασε.Εκδόσεις πραγματοποιούν και τα υπόλοιπα επιστημονικά ιδρύματα της Μονής Κύκκου, καθώς και η ίδια η Μονή, οι οποίες αριθμούν ήδη αρκετές δεκάδες και καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων. Πολλές από αυτές αφορούν πτυχές της λατρευτικής ζωής των πιστών και εκδόθηκαν για να καλύψουν κενά, που υπήρχαν στην Ορθόδοξη λειτουργική βιβλιογραφία, ή για να συμπληρώσουν την εκκλησιαστική γραμματεία με νέα έργα.
Βιβλιοθήκη
Στον ίδιο χώρο με το «Κέντρο Μελετών» βρίσκεται και η «Βιβλιοθήκη» του, η οποία αποτελεί προέκταση της αντίστοιχης, που η Μονή Κύκκου διατηρούσε από τα πολύ παλιά χρόνια και η οποία αναδιοργανώθηκε και εμπλουτίστηκε από τον Μητροπολίτη Νικηφόρο. Η «Βιβλιοθήκη» λειτουργεί με βάση τις σύγχρονες επιστημονικές προδιαγραφές και διαθέτει 55.000 περίπου τόμους. Είναι δε άμεσα συνδεδεμένη με μία δεύτερη, που λειτουργεί στην Κεντρική Mονή και η οποία διαθέτει 20.000 περίπου τόμους βιβλίων, όπως και σπάνιες σειρές περιοδικών της Kύπρου και του Μείζονος Eλληνισμού.
Μουσείο
Tο «Mουσείο Ιεράς Mονής Κύκκου» βρίσκεται στην Κεντρική Μονή και εγκαινιάστηκε τον Mάιο του 1998. Αναδεικνύει την αίγλη και τη μεγαλοπρέπεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και σε αυτό εκτίθενται εκκλησιαστικά είδη, εικόνες, παλαιοί χάρτες, αρχαία αντικείμενα και πολλά άλλα εκθέματα της πολιτιστικής παράδοσης του τόπου. Δραστηριοποιείται επίσης στον επαναπατρισμό εικόνων και άλλων αντικειμένων, τα οποία είχαν συληθεί κατά το παρελθόν από αρχαιοκάπηλους από το κατεχόμενο από την Τουρκία τμήμα του νησιού και διοχετευτεί στο εξωτερικό, όπως της Παναγίας και του Χριστού, του 16ου αιώνα, από τη Μονή του Αντιφωνητή.
Επίσης, με την καθοδήγηση του Μητροπολίτη Νικηφόρου, αμέσως μετά το μερικό άνοιγμα των οδοφραγμάτων από τις κατοχικές Αρχές, το έτος 2003, το Μουσείο προχώρησε στην καταγραφή του συνόλου των χριστιανικών ναών των κατεχομένων και πρόβαλε, με εκθέσεις και διασκέψεις στην Κύπρο και το εξωτερικό, το μέγεθος της καταστροφής, που προκάλεσαν οι Τούρκοι εισβολείς. Ο ίδιος ο Μητροπολίτης Νικηφόρος κλήθηκε δύο φορές και μίλησε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για το ζήτημα, επιδιώκοντας την ευαισθητοποίηση των Ευρωπαίων βουλευτών και τη λήψη αποφάσεων για τη σωτηρία, τόσο των μνημείων, όσο και της πολιτιστικής κληρονομιάς των υπό τουρκική κατοχή εδαφών.
Εργαστήρια Συντήρησης
Tμήμα του Mουσείου είναι το «Eργαστήριο Συντήρησης Xειρογράφων, Παλαιτύπων, Eικόνων, Ψηφιδωτών, Ξύλου, Mετάλλων και Υφασμάτων», όπου γίνεται συντήρηση και διατήρηση της πλούσιας συλλογής, που διαθέτει η Mονή Κύκκου. Τα Εργαστήρια Συντήρησης στεγάζονται, από το 1999, σε σύγχρονο κτήριο, το οποίο, με μέριμνα του Μητροπολίτη Νικηφόρου, οικοδομήθηκε στο Μετόχιο του Αρχαγγέλου. Διαθέτει εξειδικευμένο εξοπλισμό και άριστα καταρτισμένο προσωπικό, το οποίο στην πλειοψηφία του σπούδασε με υποτροφία της Μονής Κύκκου σε χώρες της Ευρώπης.
Κέντρο Θησαυρού Κυπριακής Ελληνικής
Tο «Kέντρο Θησαυρού Kυπριακής Eλληνικής» ιδρύθηκε, το 1993, με κύριο στόχο τη συλλογή, συντήρηση και διαφύλαξη των γραπτών μνημείων της ελληνικής γλώσσας στην Kύπρο, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, και τη δημιουργία, με τη βοήθεια της ηλεκτρονικής λεξικογραφίας, του θησαυρού της κυπριακής ελληνικής, που θα ενταχθεί στον καθολικό θησαυρό της ελληνικής γλώσσας. Ο υπό μελέτη επανασχεδιασμός της λειτουργίας του αναμένεται να δώσει αξιόλογα αποτελέσματα, όπως το ιστορικό λεξικό της κυπριακής ελληνικής, που θα παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για γλωσσικά και φιλολογικά θέματα.
Σχολή Βυζαντινής Μουσικής
Eξίσου αξιόλογο με τις προαναφερθείσες επιστημονικές δραστηριότητες είναι και το έργο που ο Mητροπολίτης Nικηφόρος επιτελεί στον τομέα της ορθόδοξης υμνογραφίας με την ίδρυση, το 1986, της «Σχολής Bυζαντινής Mουσικής» και τη συνακόλουθη λειτουργία πολυμελούς «Bυζαντινού Xορού Ιεροψαλτών». Η «Σχολή Βυζαντινής Μουσικής» προσφέρει δωρεάν ολοκληρωμένο πρόγραμμα σπουδών και συμβάλλει με τους πολυπληθείς και άριστα καταρτισμένους στην ψαλτική τέχνη αποφοίτους της, στην καλύτερη ερμηνεία και διάδοση στο νησί της πατρώας μουσικής παράδοσης.
Άμεσα συνδεδεμένος με τη Σχολή είναι ο «Βυζαντινός Χορός Ιεροψαλτών», που εδρεύει στο Mετόχιο του Aγίου Προκοπίου, από όπου η θεία λειτουργία, κάθε Kυριακή και μεγάλη εορτή, αναμεταδίδεται στην Κύπρο τηλεοπτικά και στο εξωτερικό διαδυκτιακά, ώστε να μπορούν να την παρακολουθήσουν τόσο όσοι αδυνατούν να εκκλησιαστούν, όσο και οι Έλληνες απόδημοι, επανασυνδεόμενοι κατά τον τρόπο αυτό με την ορθόδοξη λειτουργική πνευματικότητα.
Παγκόσμιο Βήμα
Επιπλέον, ο Mητροπολίτης Νικηφόρος ίδρυσε, το 2002, το «Παγκόσμιο Bήμα Θρησκειών και Πολιτισμών», το οποίο επικεντρώνει τις δραστηριότητές του στη διαθρησκευτική και διαπολιτισμική συνεννόηση και συνεργασία, με την πραγματοποίηση συνεδρίων και εκδηλώσεων, και με την υλοποίηση ερευνητικών προγραμμάτων, που στοχεύουν στην απάλειψη του φανατισμού και της μισαλλοδοξίας, έτσι ώστε να επικρατήσουν τα αγαθά της ειρήνης, της δικαιοσύνης και της ελευθερίας. Σταθμός στη λειτουργία του υπήρξε η διοργάνωση, στις αρχές της νέας χιλιετηρίδας, τριών Παγκοσμίων Συνεδρίων, με την παρουσία εκατοντάδων συνέδρων από διάφορες χώρες, που διακήρυξαν την αναγκαιότητα να οικοδομηθούν γέφυρες συνεργασίας για την αλληλοκατανόηση των λαών. Στις μέρες μας, το έργο του «Παγκοσμίου Βήματος» έχει επεκταθεί και στη διοργάνωση φωτογραφικών εκθέσεων εκτός Κύπρου, που αποσκοπούν στη διεθνή διαφώτιση για την καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς στα κατεχόμενα και την αναγκαιότητα της διεθνούς παρέμβασης για τη σωτηρία της.
Τιμητικές διακρίσεις
Για το πολυσχιδές και πολυδιάστατο εκκλησιαστικό, πολιτιστικό, κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο, την αξιόλογη εθνική δράση και τη συμβολή του στη συντήρηση και προβολή της εκκλησιαστικής κληρονομιάς της Kύπρου, ο Μητροπολίτης Νικηφόρος τιμήθηκε κατά καιρούς από Oρθόδοξες Eκκλησίες, δήμους πόλεων και πολιτιστικούς φορείς. Aνάμεσά τους περιλαμβάνεται ο Δήμος των Aθηναίων, ο οποίος τίμησε τον Μητροπολίτη Νικηφόρο, στις 25 Iουνίου 2001, με το χρυσό κλειδί της πόλης για την προσφορά του στον Ελληνισμό και στην Ορθοδοξία. Επίσης, επιβραβεύοντας τα όσα προσέφερε στην Εκκλησία και στην Πατρίδα, τα Τμήματα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στις 3 Ιουνίου 2008, και Κοινωνικής Θεολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, στις 23 Oκτωβρίου του ίδιου έτους, αναγόρευσαν τον Μητροπολίτη Νικηφόρο σε επίτιμο διδάκτορά τους.
Για τη συνολική προσφορά του προς την Εκκλησία και την Κοινωνία, ο Μητροπολίτης Νικηφόρος βραβεύτηκε και την Κυριακή από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας Κύπρου με το Χρυσό Παράσημο του Αποστόλου Βαρνάβα, που αποτελεί την ύψιστη τιμητική διάκρισή της. Προβάλλεται κατά τον τρόπο αυτό ως παράδειγμα προς μίμηση, ώστε και άλλοι, κληρικοί και λαϊκοί, να παροτρυνθούν να ακολουθήσουν τα βήματα και τους οραματισμούς του, και να υπηρετήσουν, κατά το πρότυπό του, αξίες και ιδανικά.
Συμβολή στην ανέγερση και οικονομική ενίσχυση Ναών και Μονών
Eκτός από το ανωτέρω ανακαινιστικό έργο, ο Mητροπολίτης Νικηφόρος κάλυψε με σημαντική οικονομική εισφορά μεγάλο μέρος των δαπανών ανοικοδόμησης και δημιουργίας έργων υποδομής σε πολλές Mονές του νησιού, όπως στον Άγιο Γεώργιο τον Aλαμάνο, τον Άγιο Hρακλείδιο, την Παναγία την Tρικουκκιώτισσα, τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και άλλες. Aκόμη, ανήγειρε το κεντρικό κτήριο της νεοσύστατης Μητρόπολης Ταμασού και Ορεινής, καθώς και για την εκ βάθρων οικοδόμηση ή ανακαίνιση πέραν των εκατόν ενοριακών ναών σε διάφορες περιοχές του νησιού, όπως των Aγίου Παντελεήμονος, Αγίου Νικολάου Έγκωμης και Aποστόλου Mάρκου στη Λευκωσία, Aποστόλου Aνδρέα στο Nικητάρι, Αποστόλου Βαρνάβα στη Μεσόγη, Aγίας Mαρίνας και Aγίου Γεωργίου στην Kρήτου Mαρόττου, και πολλών άλλων.
Eπίσης, χρηματοδότησε την ανέγερση παρεκκλησίων σε σχολεία, όπως στο Παγκύπριο Γυμνάσιο, στο Λύκειο Kύκκου και στο Λύκειο Aγίου Γεωργίου Λακατάμειας, με στόχο τη δημιουργία των κατάλληλων προϋποθέσεων για την άμεση επαφή των νέων με τη λειτουργική ζωή της Eκκλησίας. Ακόμη, επέκτεινε το σχετικό έργο του και εκτός Κύπρου και χρηματοδότησε την ανακαίνιση κελιών και Μονών του Αγίου Όρους, καθώς και στην κατασκευή έργων υποδομής για την ομαλή λειτουργία τους, όπως φράγματος νερού στη Μονή Βατοπεδίου.
Προσφορά στην Παιδεία και στα Ελληνικά Γράμματα
O Mητροπολίτης Nικηφόρος δραστηριοποιήθηκε επίσης σε θέματα παιδείας και στήριξης της σχολικής εκπαίδευσης, η οποία την περίοδο της ανόδου του στον ηγουμενικό θρόνο, το 1984, υπόκειτο ακόμη έντονα τις αρνητικές επιπτώσεις της τουρκικής εισβολής του 1974 με την προσφυγοποίηση χιλιάδων κατοίκων. Γι᾽ αυτό δώρισε μεγάλες εκτάσεις γης της Mονής Kύκκου για την ανέγερση σχολείων, όπως του Δημοτικού Σχολείου Mακεδονίτισσας και του Γυμνασίου Λακατάμειας, επιχορήγησε ή ανέλαβε τις δαπάνες για την ανέγερση επιπρόσθετων σχολικών κτηριακών εγκαταστάσεων σε πολλά άλλα, όπως στα Λύκεια Kύκκου A’ και Kύκκου B’, και αίθουσαν τελετών στο Λύκειο Κύκκου στην Πάφο. Επίσης, κάλυψε σημαντικό μέρος από τις δαπάνες πολλών άλλων σχολείων, για την αγορά κατάλληλου εξοπλισμού. Aκόμη, προώθησε προγράμματα που συνδέουν την ελληνική παιδεία με την ορθόδοξη παράδοση και ίδρυσε ταμείο υποτροφιών, που ενισχύει οικονομικά άπορους νέους, οι οποίοι μπορούν, με τη στήριξη και την ενθάρρυνσή του, να πραγματοποιούν πτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές.
Στο μεταξύ, ύστερα από την ίδρυση του Πανεπιστημίου Kύπρου, ο Mητροπολίτης Nικηφόρος επέκτεινε το ενδιαφέρον του και στον τομέα της Tριτοβάθμιας Eκπαίδευσης, είτε ως μέλος του Συμβουλίου του, είτε ενισχύοντας με διάφορους τρόπους τις Σχολές και τους φοιτητές του. Συστηματικό έργο επετέλεσε και για την ανάπτυξη των θεολογικών σπουδών στην Κύπρο, θέτοντας υπό την επιστασία του, εδώ και μία δεκαετία, το Τμήμα Θεολογίας του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, το οποίο προσφέρει μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές σε φοιτητές από την Κύπρο και το εξωτερικό.
Την προσφορά του Μητροπολίτη Κύκκου εξήρε ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος, ο οποίος αποκάλυψε και το παρασκήνιο των Αρχιεπισκοπικών εκλογών του 2006, από τις οποίες αναδείχθηκε Αρχιεπίσκοπος ο εκδημήσας το 2022 Χρυσόστομος Β’.
Η ομιλία του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Γεωργίου
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος σε ένα λόγο του εις τον άγιον Ιερομάρτυρα Κυπριανόν λέγει χαρακτηριστικά: «Των αρίστων μάλιστα μνημονευτέον και ων το μεμνήσθαι όσιόν τε ομού και ωφέλιμον». Προτρέπει, δηλαδή, να μνημονεύουμε κατ’ εξοχήν τους αρίστους και εκείνους των οποίων η θύμιση αποβαίνει ωφέλιμη και προκαλεί ευλάβεια (PG 55, 11724).
Ισχύει η προτροπή αυτή για τον τιμώμενο απόψε Πανιερώτατο Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας κ. Νικηφόρο. Τώρα που οι καιροί απαιτούν απ’ όλους μας, λαό και ηγεσία, πολιτεία και Εκκλησία επαγρύπνηση και σοβαρότητα, αγωνιστικότητα και ήθος, το απαράμιλλο έργο του Μητροπολίτη Κύκκου αποτελεί για όλους πρότυπο προς μίμηση και συνιστά βαριά παρακαταθήκη. Σε μιαν εποχή που συνεχώς φτωχαίνει με την απουσία μεγάλων μορφών, είναι αναγκαία η εκδήλωση ευγνωμοσύνης και απόδοση τιμής στα πρόσωπα των ολίγων δειγμάτων του μεγαλείου του παρελθόντος και επιβεβλημένος ο αναβαπτισμός στις αρχές που αυτά αναδεικνύουν στη ζωή τους.
Σε μια περίοδο επικίνδυνης και πολλαπλής σύγχυσης λαών και πολιτισμών, αλλά και επιδιώξεων, σε μια συνεχώς διογκούμενη πολυπολιτισμική παγκόσμια κοινωνία, με ασαφείς στόχους και πολλούς αποπροσανατολιστικούς παράγοντες, ευτυχήσαμε, ως Ιερά Σύνοδος, να έχουμε ανάμεσά μας ένα θαρραλέο αγωνιστή, έναν οτρηρό ιεράρχη.
Το να μιλήσεις γι’ αυτόν, βέβαια, δεν είναι εύκολη υπόθεση: χρειάζεται περισσή τόλμη. Γιατί ο ίδιος απέδειξε ότι είναι πάντα μελετημένος στις τοποθετήσεις του και, ταυτόχρονα, άριστος χειριστής του λόγου. Η πέννα του είναι μια φυσική προέκταση του νου του. Μοχθεί διαρκώς και κοπιάζει υπέρμετρα, για να πετύχει αφή με την τελειότητα.
Δεν είναι ο φόβος της σύγκρισης μαζί του που δυσκολεύει την αναφορά σ’ αυτόν. Είναι κυρίως ο κίνδυνος να μην μπορέσεις να εκφράσεις όπως πρέπει, εκείνο που θέλεις. Είναι ανάγκη, όμως, το οφείλω στην Ιερά Σύνοδο που μου ανέθεσε αυτόν τον ρόλο, να δώσω, έστω κι αν δόθηκε πιο αναλυτικά προηγουμένως, ένα περίγραμμα της ζωής και της προσφοράς του τιμώμενου ιεράρχη, όπως τον γνώρισα από κοντά στα 25, σχεδόν, χρόνια, κατά τα οποία είμαστε αμφότεροι μέλη της Ιεράς Συνόδου, αλλά και όπως πληροφορίες πολλές, γραπτές και προφορικές, είχαν σχηματίσει μέσα μου, πιο παλιά, την προσωπικότητά του. Εξάλλου, έστω και αν λέχθηκαν απόψε πολλά γι’ αυτόν, ο καθένας μας βλέπει την πραγματικότητα από τη δική του οπτική γωνία, τονίζοντας χαρακτηριστικά που οι άλλοι είτε δεν τα πρόσεξαν με τον ίδιο τρόπο, είτε απέδωσαν σ’ αυτά λιγότερη σημασία.
Νομίζω πως στο πρόσωπο του Μητροπολίτη Νικηφόρου γίνεται έκδηλη, στον καθένα μας, η Πρόνοια του Θεού για την Εκκλησία Του. Τον ισχυρό χαρακτήρα του και την ευφυΐα του, ουδείς ποτέ αμφισβήτησε. Αν αυτά συνδυάζονταν και με οικονομική άνεση των γονέων του, ποιος ξέρει ποια επιστήμη θα τον κέρδιζε και προς τα πού θα κατευθύνονταν οι δυνατότητές του! Παραφράζοντας τον Αισχύλο, όμως, θα έλεγα «Τι βροτοίς άνευ Θεού τελείται;». Η οικονομική ανέχεια, έργο κι αυτό της Θείας Πρόνοιας, οδήγησε τα βήματά του στη Μονή της Παναγίας του Κύκκου και του ̉δωσε την ευκαιρία, μάλλον, το έναυσμα, να δει μ’ ένα διαφορετικό τρόπο τον κόσμο, να συνομιλήσει με το παρελθόν, να αναζητήσει την ουσία κάτω από τις λέξεις, το πραγματικό πίσω από την εικόνα, να κατευθύνει σταθερά τα βήματά του προς την υπηρεσία του Ευαγγελίου. Εκεί μελέτησε, αλλά και ήλθε σε επαφή με πρόσωπα πολλά, όπως τον Μακάριο, που βρέθηκαν πριν, στην ίδια πορεία μαζί του και που απετέλεσαν παράδειγμα γι’ αυτόν, όπως αργότερα έγινε κι ο ίδιος παράδειγμα για άλλους.
Μέσα στις ποικίλες εργασίες και τη σκληρή τότε συμπεριφορά των μοναχών προς τους δοκίμους, όπως πολλάκις ο ίδιος μας εξιστορεί, αλλά και την έφεσή του για μελέτη, αντελήφθη «δισεπίτευκτον είναι την αρετήν, μυρίοις, ιδρώσι και πόνοις, σπουδή τε και καμάτω μόλις κατορθουμένην». Δεν τα παράτησε όμως. Κι επαλήθευσε και ξεπέρασε αυτό που λέγεται, ότι δηλαδή ο τότε ηγούμενος Χρυσόστομος, υποδεχόμενος τον νέον δόκιμον είπε: «ποιος ξέρει αν αυτός ο μικρός δεν γίνει κάποτε ηγούμενος της Μονής»;
Εμβαθύνοντας σιγά – σιγά στην αποστολή που τον περίμενε, ιδιαίτερα με τη φοίτησή του στο Γυμνάσιο Κύκκου, συνειδητοποιούσε εκείνο που ο Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει, ότι δηλαδή, «Ο Θεός δέχεται και του Παύλου την φυτείαν και του Απολλώ την άρδευσιν και της χήρας το δίλεπτον και του τελώνου την ταπείνωσιν» (Λόγος ΙΘ΄). Αλλά καταλάβαινε ότι ώφειλε να προσφέρει αντάξια των δωρεών και των χαρισμάτων που έλαβε από τον Θεό. Δεν περίμενε δίλεπτον από αυτόν ο Θεός. Γι’ αυτό κι έγινε παράδειγμα προς μίμηση για τη μελέτη και την όλη σύντονη προσπάθειά του, στοχεύοντας πάντα στην αριστεία.
Δεν τον γνώρισα κατά τη φοιτητική μας ζωή. Ο απόηχος του θαυμασμού, όμως, που έτρεφαν οι συμφοιτητές του γι’ αυτόν έφτανε κοντά μου, ιδιαίτερα στη Θεολογική Σχολή που ακολουθούσα, ως λαϊκός τότε, ύστερα από δύο χρόνια. Ετοιμαζόταν για τη μεγάλη αποστολή, που γρήγορα θα του ανετίθετο, πρώτα στη Μονή του, κι αργότερα στην όλη Εκκλησία.
Στη θέση της ανέχειας της παιδικής του ηλικίας βρέθηκαν κι άλλοι πολλοί. Προσήλθαν και στον Κύκκο και στις άλλες Μονές κι άλλοι που έτυχαν της ευεργεσίας της αποστολής για σπουδές στα Πανεπιστήμια. Μερικοί απ’ αυτούς όταν πέτυχαν αυτό που επεδίωκαν, την απόκτηση δηλαδή της μόρφωσης και ενός πτυχίου, εγκατέλειψαν τη Μονή τους κι επέστρεψαν στον κόσμο, στην ιδιωτική ζωή. Δεν συνέβη το ίδιο με τον Νικηφόρο. Απέκτησε δύο πτυχία – Νομικής και Θεολογίας- με Άριστα. Θεώρησε, όμως, χρέος του να υπηρετήσει την Εκκλησία να ανταποδώσει τα τροφεία σ’ αυτήν. Λέγει χαρακτηριστικά ο Σόλων, ο αρχαίος νομοθέτης, αναφερόμενος σε ανθρώπους που έφτασαν στο αποκορύφωμα των επιδιώξεών τους, ότι «τίκτει κόρος ύβριν, όταν πολύς όλβος έπηται ανθρώποισιν, όσοις μη νόος άρτιος ή». Στον τιμώμενο, όμως, ήταν άρτιος ο νους και δεν κατελήφθη από ύβριν. Ήταν γνώστης εκείνου που ο Ευριπίδης λέγει με σαφήνεια στην “Ιφιγένειαν εν Αυλίδι”: «Νουν χρη τον στρατηλάτην έχειν». Κι έβλεπε μπροστά του την στρατηγικήν θέσιν που θα έπαιρνε σε λίγο στην Εκκλησία.
Καιρός όμως, να επισημάνω και εγώ, περιληπτικά, το κύριο έργο του. Έδειξε, βέβαια, παντού σε όλες τις θέσεις αυξανόμενης ευθύνης στις οποίες τοποθετήθηκε – καθηγητή στην Ιερατική Σχολή, Προέδρου του εκκλησιαστικού δικαστηρίου της Ιεράς Αρχιεπισκοπής, Γραμματέως της Ιεράς Συνόδου – ζήλον υπέρμετρο. Το πρωτοποριακό του όραμα, όμως, και το πάντοτε ανήσυχο πνεύμα του εκδηλώθηκαν με την ανάληψη της Ηγουμενίας της Μονής του και συνεχίστηκαν με την εις Επίσκοπο και Μητροπολίτη ανάδειξή του. Στην περίοδο αυτή της ζωής του ποτέ δεν παρουσίασε αβουλία. Ήταν και είναι, πάντα, μια διαρκής και αξιοπρόσεκτη πρωτοβουλία.
Στους δύσκολους καιρούς της κατοχής της πατρίδας μας που συνέπεσε η ζωή του και η ζωή μας, η ίδρυση του Πολυδύναμου Πολιτιστικού Ιδρύματος, στον Αρχάγγελο Λευκωσίας, απεκάλυπτε το βαθύτερο όραμα του Νικηφόρου: Έβλεπε πως ερχόμασταν, ως Ελληνισμός της Κύπρου, από πολύ μακρυά κι ότι έπρεπε και πρέπει να συνεχίσουμε το ταξίδι μας στα βάθη των αιώνων που έρχονται. Γι’ αυτό και έπρεπε οι διάφορες δράσεις του Ιδρύματος αυτού να αναδείξουν το παρελθόν και να περιχαρακώσουν το μέλλον. Έτσι, με την πρωτοβουλία του αυτή, μπόρεσαν να διασωθούν, από τον πανδαμάτορα μνημοκτόνο χρόνο, πολλές θαμμένες ψηφίδες του μεγάλου μωσαϊκού που αναπαριστά το παρελθόν μας, όπως είναι τα διάφορα κειμήλια, οι εικόνες, τα ακούσματα, και κάθε είδους θύμισες που έφτασαν μέχρι τις μέρες μας.
Είχε την αίσθηση ότι κουβαλούμε – η γενιά μας – στους ώμους μας, όλη την κληρονομιά των προγόνων και ταυτόχρονα την ευθύνη να μη χάσουμε, στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε, τους καιρούς της παγκοσμιοποίησης, αυτά που δεν παραδώσαμε στους οκτώ αιώνες της σκλαβιάς και της απομόνωσης: την εθνική και θρησκευτική ιδιαιτερότητά μας, όπως μαρτυρούνται στις διάφορες εκφάνσεις του πολιτισμού μας, στα έργα των προγόνων μας.
Το Κέντρο Μελετών της Ιεράς Μονής Κύκκου, τμήμα του Πολιτιστικού Ιδρύματος, επέδειξε μοναδικό έργο μέχρι σήμερα: Εκδόσεις σχετικές με την εκκλησιαστική γραμματεία, τη βυζαντινή τέχνη, τη μουσικολογία. Λειτουργεί αξιόλογη βιβλιοθήκη και αρχείο ελληνικών και οθωμανικών εγγράφων. Επιδίδεται σε εκδόσεις που καλύπτουν όλο το γνωστικό φάσμα της Ιστορίας και του πολιτισμού μας.
Κατανοούσε ο άγιος Κύκκου πως, εκείνο που μας κράτησε ως Ελληνισμό στην Κύπρο και μας προστάτεψε από τα βαριά πλήγματα και τα αφελληνιστικά μέτρα των κατά καιρούς κατακτητών, ήταν η προβολή των στοιχείων της Ιστορικής και θρησκευτικής μας παράδοσης, της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, καθώς και η συνειδητή μας προσήλωση σ’ αυτήν. Γι’ αυτό και έδρασε καταλλήλως.
Αναγνωρίζοντας και τη σημασία της γλώσσας μας για την έκφραση και διατήρηση της εθνικής αυτοσυνειδησίας μας, ίδρυσε και το Κέντρο Θησαυρού της Κυπριακής Ελληνικής Γλώσσας, με σκοπό την καταγραφή, σε τράπεζα δεδομένων, της ελληνικής γλώσσας της Κύπρου, από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα.
Εκείνο, όμως, που είναι πιο γνωστό, γιατί απευθύνεται όχι μόνο σε επιστήμονες και εξειδικευμένα άτομα, αλλά προς το ευρύ κοινό, είναι το Μουσείο της Ιεράς Μονής Κύκκου, έργο κι αυτό του τιμώμενου Ιεράρχη. Κι επειδή την Ιερά Μονή Κύκκου επισκέπτονται και πάμπολλοι ξένοι προσκυνητές ή και απλοί επισκέπτες μη Χριστιανοί και άλλοι χωρίς θρησκευτικές αναζητήσεις, καταλαβαίνουμε την σημασία του Μουσείου για την αποστολή των σωστών μηνυμάτων παντού. Ο ρόλος ενός Μουσείου δεν εξαντλείται στην απλή φύλαξη, ούτε και στην ανάδειξη, ή στην προβολή, θησαυρών του παρελθόντος. Εκτείνεται στη διατήρηση της παράδοσής μας και στη διασύνδεση μ’ αυτή. Στη δημιουργία της συναίσθησης της ευθύνης μας απέναντι στους προγόνους, στους απογόνους, σ’ όλο τον κόσμο, αλλά και στην προβολή του πολιτισμού μας σ’ όλη την οικουμένη.
Αναμφίβολα οι εικόνες, τα ξυλόγλυπτα, τα παλαίτυπα, τα άμφια και όλα τα ιερά κειμήλια αλλά και οι αρχαιοελληνικοί θησαυροί, που με ιδιαίτερη ευθύνη προβάλλει το Μουσείο της Ιεράς Μονής Κύκκου, αποτελούν στοιχεία πολιτισμού, είναι μάρτυρες των αγώνων και των αγωνιών του λαού μας. Μπορεί στους μακρούς και ασέληνους χρόνους της δουλείας κάποιες αξίες, να ήσαν ασαφείς και ακαθόριστες στην ψυχή των Ελλήνων της Κύπρου. Μόνο για δύο πράγματα ήταν βέβαιοι οι πρόγονοί μας της εποχής εκείνης: για τη θρησκεία και την εθνική αυτοσυνειδησία τους. Και αυτήν τη βεβαιότητα τη βλέπουμε να παριστάνεται στα κειμήλια που με συγκίνηση ιερή εκτίθενται στο Μουσείο της Ιεράς Μονής Κύκκου. Σ’ αυτό δεν αποσκοπούσε, μήπως, και ο άγιος Κύκκου, όταν ίδρυε το Μουσείο;
Το έργο του Μουσείου αλλά και των επί μέρους Μουσείων των άλλων Ιερών Μητροπόλεων και της Ιεράς Αρχιεπισκοπής βοηθά και το Εργαστήριο συντήρησης ιερών κειμηλίων και εκκλησιαστικών αντικειμένων της Ιεράς Μονής Κύκκου, έργο του ιδίου Ιεράρχου.
«Καὶ τί ἔτι λέγω; ἐπιλείψει διηγούμενον με ὁ χρόνος» για το άλλο έργο του: Το Παγκόσμιο Βήμα Θρησκειών και Πολιτισμών, τη Σχολή Βυζαντινής Μουσικής, το Κέντρο Ημερήσιας Φροντίδας «Ελεούσα του Κύκκου», το καθημερινό εθνικό και φιλανθρωπικό του έργο.
Θα ήθελα να τελειώσω παρουσιάζοντας δύο γεγονότα, άγνωστα στους πολλούς, που δείχνουν το ήθος του Μητροπολίτη Κύκκου.
Σε μια φάση των εργασιών της εκλογικής συνέλευσης της 4ης Νοεμβρίου το 2006, που συνήλθε για την εκλογή Αρχιεπισκόπου, προήλθε αναστάτωση, από μη αναμενόμενο αποτέλεσμα ψηφοφορίας, που έδειχνε τη συνεργασία των άλλων δύο υποψηφίων, εις βάρος του τότε Επισκόπου Κύκκου. Η Ιερά Σύνοδος ανέβαλε, μετά την εξέλιξη αυτή, την τελική, τρίτη, ψηφοφορία για την επομένη ημέρα. Στις ώρες που ακολούθησαν, έγινε πρόταση στον Επίσκοπο Κύκκου, από τους οπαδούς ενός των άλλων υποψηφίων να μποϋκοτάρουν τη νέα ψηφοφορία, μη προσερχόμενοι, οι ίδιοι και οι εκλέκτορες που τους υποστήριζαν, στις εργασίες της Εκλογικής Συνέλευσης της επομένης ημέρας, της 5ης Νοεμβρίου. Χωρίς την απαιτούμενη απαρτία η εκλογική συνέλευση θα διαλυόταν και η εκλογή Αρχιεπισκόπου θα ματαιωνόταν. Θα έμπαινε τότε η Εκκλησία σε αβεβαιότητα και κρίση. Θα παρήχετο, ωστόσο, η δυνατότητα στον Επίσκοπο Κύκκου, να διεκδικήσει πιο δυναμικά, αργότερα, τον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο. Απέρριψε ασυζητητί την πρόταση αυτή. Μπροστά στον νέο κλυδωνισμό που θα παρατηρείτο στην Εκκλησία, δεν μπορούσε να προβάλει το προσωπικό του συμφέρον.
Και το δεύτερο εξίσου σημαντικό. Το μεσημέρι της 5ης Νοεμβρίου, λίγο πριν την εκλογική συνέλευση που ανέδειξε, με τη στήριξη του Κύκκου, αρχιεπίσκοπο τον Χρυσόστομο Β’, συναντήθηκαν εκπρόσωποι των δύο ομάδων, του Κύκκου και του Πάφου, για συζήτηση κάποιων θεμάτων, λύση παρεξηγήσεων και δέσμευση για την πορεία της Εκκλησίας την επομένη της ανάδειξης Αρχιεπισκόπου. Ήταν εκπεφρασμένη και γνωστή σε όλους τότε, η θέση του Πάφου Χρυσοστόμου ότι ζητούσε περιορισμένης διάρκειας αρχιεπισκοπία, για να προωθήσει κάποιες αλλαγές που ήθελε στην πορεία της Εκκλησίας της Κύπρου. Κατέθεσε, ως εκ τούτου, στη σύσκεψη εκείνη, και επίσημα την πρότασή του αυτή, για να δεσμευτεί ότι θα υπέβαλλε παραίτηση στα 5 χρόνια. Νόμιζε πως διευκόλυνε τον Κύκκου για μια μελλοντική υποψηφιότητά του. Η απάντηση του Κύκκου ήταν κατηγορηματική. «Δεν προβλέπεται, ούτε θεμελιώνεται πουθενά κάτι τέτοιο. Θα μείνεις όσα χρόνια σου δώσει ο Θεός». Νομίζω πως σπάνια συναντάς τέτοιο ήθος.
Ουδέποτε η Ιστορία της Εκκλησίας ήταν ειδυλλιακή, γιατί είναι πάντα συνυφασμένη με τις ανθρώπινες αδυναμίες και τις απρόβλεπτες Ιστορικές εξελίξεις. Ο Θεός όμως δεν εγκαταλείπει τον λαό Του. Αναδεικνύει πάντοτε ποιμένες θυσιαστικούς για τον λαό Του. Για να τον στηρίζουν και να τον καθοδηγούν σε καιρούς κλυδωνισμού, και να τον ενθαρρύνουν με τις δράσεις και τη δημιουργικότητά τους σε καιρούς ευδίας και γαλήνης. Έχω τη βεβαιότητα ότι ο άγιος Κύκκου είναι ένας από αυτούς.
Στο βιβλίο της Σοφίας Σειράχ δίνεται η προτροπή: «ἐὰν ἴδῃς συνετόν, ὄρθριζε πρὸς αὐτόν» (Σοφ. Σειρ. 6, 36). Σε καιρούς χαλεπούς, έκπτωσης ήθους και αξιών, αναζητά κανείς και συνετούς και πρότυπα. Κι εσείς, Πανιερώτατε, είστε πρότυπο που θα καθοδηγείτε όλους με το παράδειγμά σας.
Ευχή όλων μας είναι να σας διαφυλάττει ο Θεός εν υγεία για χρόνια πολλά. Κι είμαστε βέβαιοι γι’ αυτό. Γιατί, όπως και ο Μένανδρος από την αρχαιότητα διαλαλεί, «Εὐχῆς δικαίας οὐκ ἀνήκοος ὁ Θεός».
Για όλα τα πιο πάνω, το έργο, το ήθος και τον χαρακτήρα του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Κύκκου και Τηλλυρίας και Καθηγουμένου της Ιεράς Βασιλικής και Σταυροπηγιακής Μονής Κύκκου κ. Νικηφόρου, η Ιερά Σύνοδος απεφάσισεν, ομόφωνα, να απονείμει σ’ αυτόν την ανωτάτη τιμητική διάκρισή της, το Χρυσούν παράσημον του Αποστόλου Βαρνάβα, ευχομένη συνέχιση και επαύξηση του έργου του προς προαγωγή των σκοπών της Εκκλησίας και όφελος της χειμαζομένης πατρίδος.
Μετά την ομιλία, ο Αρχιγραμματέας της Συνόδου διάβασε την απόφαση για την απονομή του ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΥ ΠΑΡΑΣΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΒΑΡΝΑΒΑ ΥΨΙΣΤΗΣ ΤΙΜΗΤΙΚΗΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΣ ΤΗΣ ΑΓΙΩΤΑΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ «ΔΙΑ ΤΗΝ ΣΥΝΟΛΟΝ ΠΡΟΣΦΟΡΑΝ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ».
Ο Μητροπολίτης Κύκκου δέχθηκε την τιμή με άφατη συγκίνηση και στην ομιλία του, μεταξύ άλλων, επεσήμανε:
«Τό ἄνοιγμα αὐτό πρός τά ἔξω, πού ἐπιχείρησε καί ἐπιχειρεῖ ἡ Ἱερά Μονή Κύκκου, δέν πρέπει νά τό δοῦμε ὡς ἀπόκλιση ἀπό τήν κύρια ἀποστολή τοῦ μοναχισμοῦ.
Κύριο ἔργο, βέβαια, σέ μιά Μονή εἶναι ὁ ἠθικός ἐξοπλισμός τῶν μοναχῶν καί ὁ συνεχής ἀγώνας γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς τους. Ὁμοναχός δέν μπορεῖ νά γίνει μάρτυρας τῆς Ὀρθοδοξίας στόν ἔξω κόσμο, ἄν δέν εἶναι πρῶτα κοινωνός τῆς Ὀρθοδοξίας, ἄν δέν ἁγιάζεται καθημερινά μέ τήν ἄσκηση, τήν πνευματική ἐγρήγορση, τή νηπτική ζωή. Βασικός προσανατολισμός τοῦὈρθοδόξου Μοναχισμοῦεἶναι ἡἠθική τελείωση, ἡπνευματική ὁλοκλήρωση, ἡμέθεξη τοῦΘεοῦκαί ἡκατά χάρη θέωση. Καί κάτι ἀκόμη∙ ὁμοναχός μπορεῖνά προσφέρει οὐσιαστικές ὑπηρεσίες στήν ἀνθρωπότητα, ὄχι μόνο μέ τήν κοινωνική του δράση, ἀλλά καί ἀπό τό καθολικό τῆς Μονῆς του ἤκαί ἀπό τό κελί του, μέ τήν ἀγωνιώδη ἔκρηξη τῆς ὁλονύκτιας προσευχῆς του».
Αναλυτικά το κείμενο του ευχαριστηρίου λόγου του Κύπριου Ιεράρχη:
Ἐξοχώτατε κύριε Πρόεδρε τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας,
Μακαριώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Νέας Ἰουστινιανῆς καί πάσης Κύπρου κ. Γεώργιε,
Ἐξοχώτατε Πρέσβη τῆς Ἑλλάδος, κ. Κωνσταντῖνε Κόλλια,
Σεβασμία τῶν Ἱεραρχῶν Χορεία,
Τίμιο τῆς Ἐκκλησίας Πρεσβυτέριο,
Ἐντιμότατες πολιτικές, πολιτειακές, στρατιωτικές καί ἀστυνομικές Ἀρχές καί Ἐξουσίες,
Χριστεπώνυμο τῆς Ἐκκλησίας πλήρωμα,
Μέ βαθιά συγκίνηση καί, ἀκόμη, πιό βαθιά ταπείνωση ἵσταμαι, σήμερα ἐνώπιόν σας, γιά νά δεχθῶ τό «χρυσοῦν παράσημον τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα», πού ἀποτελεῖ τήν ὕψιστη τιμητική διάκριση τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, μέ τήν ὁποία ἡ Ἱερά ἡμῶν Σύνοδος, τῇ εἰσηγήσει τοῦ Προέδρου αὐτῆς, Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου κ. Γεωργίου, εὐδόκησε νά περιβάλει τό ἐλάχιστο πρόσωπό μου.
Ἡ σημερινή ἡμέρα εἶναι γιά μένα ἡμέρα δοξολογίας, ἡμέρα συγκινήσεως, ἡμέρα θαυμασμοῦ, γιατί βλέπω ἐνώπιόν μου, ὄχι ἁπλῶς μία βράβευση, ἀλλά μία ὁμολογία ἀγάπης τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας. Μία ἀναγνώριση, ὅτι ὁ Θεός οἰκοδομεῖ, στηρίζει, καθοδηγεῖ καί ἀναπληρώνει τά ἐλλείμματα τῶν ἀσθενῶν του δούλων.
Ἡ τιμή, τήν ὁποία ἡ Μητέρα Ἐκκλησία τῆς Κύπρου ἐπέλεξε νά ἀπονείμει στό ταπεινό μου πρόσωπο, ὑπερβαίνει κατά πολύ τήν ἀξία τοῦ ἔργου τῆς ἐλαχιστότητάς μου, γιατί, ὅ,τι ἐπιτελεῖται μέσα στήν Ἐκκλησία δέν εἶναι ἔργο ἀνθρώπινης ἱκανότητας, ἀλλά καρπός χάριτος θείας, ἡ ὁποία «ἀναπληροῖ τά ἐλλείποντα». Νά, γιατί τούτη τή στιγμή ἡ συνείδησή μου ἐλέγχει τήν καρδία μου, γιατί ἡ παρούσα τιμή ἀναλογεῖ, ὄχι στήν ἀνθρώπινη ἀναξιότητά μου, ἀλλά στή θεία μακροθυμία καί οἰκονομία. Ὁποιονδήποτε ἔργο καί ἄν ἔχουμε πίσω μας, ὁποιανδήποτε ἐπιτυχία, δέν ἀνήκει στίς πτωχικές μας δυνάμεις, ἀλλά στόν ἴδιο τόν δωρεοδότη Θεό. Ἐκεῖνος εἶπε: «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰω. ιε’ 5). Ὁ δέ θεῖος τῶν Ἐθνῶν Ἀπόστολος Παῦλος γράφει στούς Κορινθίους ὅτι: «Οὔτε ὁ φυτεύων ἐστί τι οὔτε ὁ ποτίζων, ἀλλ’ ὁ αὐξάνων Θεός» (Α’ Κορ. η’ 7). Γι’ αὐτό καί συμβουλεύει ὁ μέγας αὐτός Ἀπόστολος: «Ὁ καυχώμενος ἐν Κυρίῳ καυχάσθω» (Α’ Κορ. α’ 31).
Καί πῶς θά μποροῦσε νά εἶναι διαφορετικά καί νά καυχᾶται κάποιος ἐγωιστικά, γιά τό μεγάλο, δῆθεν, καί σπουδαῖο ἔργο του, ἀφοῦ, κατά τόν εὐαγγελικό λόγο τοῦ Κυρίου, ἀκόμη καί «ὅταν ποιήσητε πάντα τά διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν, ὅτι ὅ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. ιζ’ 10).
Ἔχω, λοιπόν, πλήρη ἐπίγνωση ὅτι, μέ τίς δικές μου ἀσθενικές δυνάμεις, θά ἦταν ἀδύνατο νά ἐπιτελέσω τό μικρό, ἔστω, ἔργο καί τή διακονία, πού μοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Κύριος. Ἔχω πλήρη ἐπίγνωση ὅτι ἐγώ «ὑπέρ δέ ἐμαυτοῦ οὐ καυχήσομαι εἰ μή ἐν ταῖς ἀσθενίαις μου» (Β’ Κορ. ιβ’ 5).
Ἡ παρούσα, λοιπόν, τιμητική διάκριση δέν ἀνήκει σέ μένα, ἀλλά στή Μητέρα Ἐκκλησία καί ἰδιαίτερα στήν τροφό ἱερά τοῦ Κύκκου Μονή, τή θεοστεφή αὐτή Ἀκρόπολη, πού στάθηκε διά μέσου τῶν αἰώνων κέντρο παρηγοριᾶς καί φάρος, πού ἐξέπεμπε πρός κάθε κατεύθυνση τό φῶς τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τοῦ Χριστιανισμοῦ τήν πύρινη φλόγα.
Ἡ ὕψιστη αὐτή τιμητική διάκριση, πού μοῦ ἀπονέμεται σήμερα ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας μας, τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα, δέν ἀπονέμεται στήν ἐλαχιστότητά μου, ὡς ἔπαθλο, ἀλλά ἀπονέμεται, ὡς στέφανος ἀνθεστήριος στήν Παναγία, τήν Ἐλεούσα τήν Κυκκώτισσα, ἡ πάνσεπτη Εἰκόνα τῆς ὁποίας περικοσμεῖ καί περιφρουρεῖ τήν περίβλεπτη τοῦ Κύκκου Μονή, τό πάγκαλο αὐτό τῆς πατρώας εὐσέβειας ἀγλάισμα, πού προσπαθεῖ πάντοτε, μέ ἀναπεπταμένες τίς πνευματικές της κεραῖες, νά συλλαμβάνει τήν ὀρθόδοξη σκέψη στίς σύγχρονες διαστάσεις της καί νά ἀναπτύσσει τό ἔργο της σέ ὅλη τήν κλίμακα τοῦ Εὐαγγελίου, ὡς θεωρητικῆς καί πρακτικῆς ζωῆς.
Σήμερα, λοιπόν, ἄνθρωπος βραβεύεται, ἀλλά ἡ Θεοτόκος δοξάζεται. Ἐγώ ἀναφέρομαι, ἀλλά ἡ Θεοφρούρητη τοῦ Κύκκου Μονή ὑψώνεται. Γι’ αὐτό καί ὁμολογῶ, ὅτι ἡ συγκίνηση, πού αἰσθάνομαι τούτη τή στιγμή, δέν εἶναι συγκίνηση ἑνός ἀνθρώπου, ἀλλά συγκίνηση τέκνου, πού βλέπει τή Μητέρα του τιμωμένη. Καί πῶς νά μήν εἶναι Μητέρα μου, ἀφοῦ μέσα στά ἱερά ἄσυλα τῆς Μονῆς αὐτῆς παιδιόθεν, ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων, γαλουχήθηκα μέ τά ἑλληνορθόδοξα νάματα καί αὐτή γιά 66 τώρα χρόνια ἀπό τά 78, πού ἄνοιξα τά μάτια μου στό φῶς τοῦ ἥλιου, τήν ὑπηρετῶ μέ σεβασμό καί ταπείνωση. Ἐκεῖ, στή Βασιλική αὐτή Κιβωτό τῆς Θεομητορικῆς Χάριτος ἐκοινώνησα τόν ἱερό παλμό τῶν Ἑλληνικῶν καί Ὀρθοδόξων Παραδόσεων. Ἐκεῖ ἔμαθα τί σημαίνει μοναχική ὑπακοή καί ταπείνωση. Ἐκεῖ βίωσα τή συγχωρητικότητα καί τήν ἐπιείκεια. Ἐκεῖ μορφώθηκε ἡ ψυχή μου καί διδάχθηκε τήν ἔμπρακτη πρός τόν πλησίον θυσιαστική ἀγάπη.
Ἄν, λοιπόν, ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖ ὅτι ἡ ταπεινή μου διακονία ὑπῆρξε ἄξια μνείας, τοῦτο ὀφείλεται στό ὅτι ἡ Ἱερά Μονή Κύκκου, τό καύχημα αὐτό τῆς Κυπριακῆς Ἐκκλησίας καί ἐγκαλώπισμα τῆς Ὀρθοδοξίας, ὑπῆρξε πάντοτε ἐργαστήρι πνευματικοῦ πολιτισμοῦ καί δημιουργικῆς εὐθύνης. Δέν περιορίστηκε μόνο σέ μιά ἐσωστρεφῆ μοναχική ζωή, δέν ὑπῆρξε μόνο χῶρος «ζώσης καί ἐνεργοῦ μαρτυρίας τῆς ὀρθοδόξου πίστεως», ἀλλά ἄνοιξε τίς πῦλες της καί πρός τήν κοινωνία, τόν πολιτισμό, τήν ἐπιστήμη, τήν παιδεία, τήν τέχνη, τή φιλανθρωπία.
Ἡ ἱστορία τῆς Μονῆς αὐτῆς ὑπῆρξε, σέ ὅλο τόν ἱστορικό της βίο, ἀποστολή προσφορᾶς καί διακονίας, διά μέσου ὅλων τῶν καταστάσεων καί ὅλων τῶν ἀντιθέσεων, «διά δόξης καί ἀτιμίας, διά δυσφημίας καί εὐφημίας» (Β’ Κορ. στ’ 8).
Τό ἄνοιγμα αὐτό πρός τά ἔξω, πού ἐπιχείρησε καί ἐπιχειρεῖ ἡ Ἱερά Μονή Κύκκου, δέν πρέπει νά τό δοῦμε ὡς ἀπόκλιση ἀπό τήν κύρια ἀποστολή τοῦ μοναχισμοῦ.
Κύριο ἔργο, βέβαια, σέ μιά Μονή εἶναι ὁ ἠθικός ἐξοπλισμός τῶν μοναχῶν καί ὁ συνεχής ἀγώνας γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς τους. Ὁ μοναχός δέν μπορεῖ νά γίνει μάρτυρας τῆς Ὀρθοδοξίας στόν ἔξω κόσμο, ἄν δέν εἶναι πρῶτα κοινωνός τῆς Ὀρθοδοξίας, ἄν δέν ἁγιάζεται καθημερινά μέ τήν ἄσκηση, τήν πνευματική ἐγρήγορση, τή νηπτική ζωή. Βασικός προσανατολισμός τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ εἶναι ἡ ἠθική τελείωση, ἡ πνευματική ὁλοκλήρωση, ἡ μέθεξη τοῦ Θεοῦ καί ἡ κατά χάρη θέωση. Καί κάτι ἀκόμη∙ ὁ μοναχός μπορεῖ νά προσφέρει οὐσιαστικές ὑπηρεσίες στήν ἀνθρωπότητα, ὄχι μόνο μέ τήν κοινωνική του δράση, ἀλλά καί ἀπό τό καθολικό τῆς Μονῆς του ἤ καί ἀπό τό κελί του, μέ τήν ἀγωνιώδη ἔκρηξη τῆς ὁλονύκτιας προσευχῆς του.
Μελετώντας, ὅμως, τήν ἱστορία τοῦ Μοναχισμοῦ, βλέπομε, πώς εἶχαν ἤδη ἀπό νωρίς σχηματισθεῖ δύο βασικές τάσεις μέσα στό σῶμα του: ἡ θεωρητική τάση τῆς αὐστηρᾶς μονώσεως καί ἀσκήσεως καί ἡ πρακτική τάση τοῦ συνδυασμοῦ μοναχικῆς ἀφιερώσεως καί κοινωνικῆς δραστηριότητας. Δύο τάσεις, ὄχι ἀντιμαχόμενες, ἀλλά συμπορευόμενες στόν δύσκολο μοναχικό δίαυλο.
Ὅσο καί ἄν φαίνεται περίεργο, εἶναι ἐν τούτοις ἀληθινό, εἶναι βέβαιο πώς ὁ ὀρθόδοξος μοναχισμός ἔδωσε, κατά καιρούς, τό παρόν του μέσα στόν κοινωνικό στίβο. Καί τοῦτο, ὄχι γιά νά καταξιώσει τήν ὕπαρξή του μέ τήν ἀντίδοση τῆς προσφορᾶς του, ἀλλά, γιατί πίστεψε πώς ὁ πλησίον ἀποτελοῦσε ἕνα γερό θεμέλιο γιά τή σωτηρία τοῦ μοναχοῦ.
Θυμηθεῖτε τή «Βασιλειάδα» τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ πεφωτισμένου αὐτοῦ διοργανωτῆ τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ, πού ἔφερε τά Μοναστήρια «ἐγγύς τῶν πόλεων», γιά νά ἀναπτύσσουν, παράλληλα μέ τήν πνευματική τους ἐνασχόληση, καί ἔργο κοινωνικό, «ἵνα μήτε τό φιλόσοφον ἀκοινώνητον ᾖ, μήτε τό πρακτικόν ἀφιλόσοφον, ὥσπερ δέ γῆ καί θάλασσα, τά παρ’ ἑαυτῶν, ἀλλήλοις ἀντιδιδόντες, εἰς μίαν δόξαν Θεοῦ συντρέχωσιν», κατά τήν εὔστοχη διατύπωση τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου στόν Ἐπιτάφιο Λόγο του στόν Μέγα Βασίλειο.
Ἀλλά, καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος μᾶς πληροφορεῖ, πώς μέριμνα τῶν μοναχῶν τῆς ἐποχῆς του ἦταν «ἡ διαρκής λύσις τῶν πτωχῶν ἐκ τῆς ἐνδείας». Ὁ δέ Μέγας Βασίλειος συμβουλεύει καί πάλι τούς μοναχούς «συμπάσχειν τοῖς πάσχουσι καί συνδακρύειν καί σφόδρα τούτοις πενθεῖν».
Ἔχοντας, λοιπόν, κατά νοῦν τά παραδείγματα τῶν μεγάλων αὐτῶν Πατέρων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, καί φιλοδοξώντας νά βαδίσομε ἐπί τά ἴχνη τῶν δοκίμων προκατόχων μας, ἀνοίξαμε καί ἐμεῖς, οἱ ταπεινοί οἰκήτορες τοῦ ὀχυροῦ τούτου τῆς ψυχῆς καί τοῦ πνεύματος, τίς πόρτες τῆς Μονῆς μας, στούς φτωχούς καί τούς πάσχοντες, στούς εὐτελεῖς καί ἀπορριμένους τῆς κοινωνίας, στά ὀρφανά καί τίς χῆρες, στούς πεινασμένους καί διψασμένους, στούς γυμνούς καί τούς ἀδύνατους. Μετατρέψαμε, ἤδη, τή Μονή αὐτή σέ «ἑστία φιλανθρώπου ἀκτινοβολίας, ἔνθα οἱ πεινῶντες ψωμίζονται, οἱ διψῶντες ποτίζονται, οἱ ἀσθενεῖς περιθάλπονται καί οἱ θλιβόμενοι παραμυθοῦνται».
Σήμερα, ἡ Ἱερά Μονή Κύκκου, ὡς ἕνας ζωντανός ὀργανισμός, πού δέν ἀγνοεῖ τό παρόν καί τά συμβαίνοντα γύρω μας, βλέπει μέ τά μάτια τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἀνθρώπινη κοινωνία, παρακολουθεῖ μέ ἐνδιαφέρον τά προβλήματα τῆς καθ’ ἡμέραν ζωῆς καί ἐργάζεται ἀθόρυβα πρός ἐπούλωση τῆς κοινωνικῆς δυστυχίας. Γνωρίζει πολύ καλά ὅτι, κάτω ἀπό τήν ἀπαστράπτουσα ἐπιφάνεια τοῦ σύγχρονου θεοποιημένου τεχνικοῦ πολιτισμοῦ, ὑπάρχει καί ἡ ἀνθρώπινη τραγωδία, οἱ φτωχοί, οἱ πεινασμένοι, οἱ γυμνοί, οἱ ἀδύνατοι, οἱ περιθωριακοί καί περιφρονημένοι, οἱ ἀσθενεῖς, οἱ ξένοι, οἱ φυλακισμένοι καί, γενικά, οἱ πάσχοντες καί ἀναξιοπαθοῦντες ἀδελφοί μας, καί ἐκδηλώνει σπλάχνα οἰκτιρμῶν πρός ὅλους αὐτούς, τούς ἐν δυστυχίᾳ συνανθρώπους μας. Καί τό κάνει αὐτό, γιατί γνωρίζει, ὅτι ἡ ἔμπρακτη πρός τόν πλησίον ἀγάπη ἀποτελεῖ τήν πεμπτουσία τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἔκφανση τοῦ ἐσώτατου πυρῆνα τῆς ὑπάρξεως καί τῆς αὐτοσυνειδησίας της. Καί τοῦτο, γιατί ἡ Ἐκκλησία εἶναι αὐτό τοῦτο τό Σῶμα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος στήν ἐπίγεια ζωή του «διῆλθεν εὐεργετῶν καί ἰώμενος πάντας» (Πράξ. ι’ 38).
Ὄνειρο, ἰδανικό καί στόχευση δική μας εἶναι νά ὁδεύσομε τόν θεοχάρακτο δόλιχο τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας καί νά μεταβάλουμε τήν Ἱερά τοῦ Κύκκου Βασιλική καί Σταυροπηγιακή Μονή, «τήν ἐν ταῖς Μοναῖς τῆς Κύπρου πρωτεύουσαν», σέ «Σκηνήν πεπληρωμένην θείων χορῶν, ψαλλόντων, προσευχομένων, νηστευόντων, φιλολογούντων καί ἐργαζομένων εἰς τό ποιεῖν ἐλεημοσύνας» καί ἔργα εὐποιίας.
Κυρίες καί κύριοι,
Ἐκεῖνο, πού συνθέτει τήν ἰδιαιτερότητα τοῦ πολυδιάστατου ἐθνικοῦ, θρησκευτικοῦ, κοινωνικοῦ, πνευματικοῦ, φιλανθρωπικοῦ καί πολιτιστικοῦ ἔργου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου εἶναι ἡ συλλειτουργία τῆς θεωρίας καί τῆς πράξεως. Εἴμαστε ὀπαδοί τῆς θεωρίας καί ἐργάτες τῆς πράξεως. Καί τοῦτο, γιατί πιστεύουμε, ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας ὀφείλει νά ἐξακολουθήσει νά ἀποτελεῖ καί σήμερα τό κυρίαρχο στοιχεῖο τοῦ βίου, τοῦ πολιτισμοῦ καί κάθε ἐκφράσεως τῆς κοινωνικῆς ζωῆς. Ὀφείλει νά ἐξακολουθήσει νά ἐπηρεάζει καί σήμερα τήν αὐτοσυνειδησία τοῦ ἀνθρώπου, νά ἐπικαθορίζει τή συμπεριφορά του, νά νοηματοδοτεῖ τή ζωή του, νά σημασιολογεῖ τήν ἱστορία του καί νά ἀξιολογεῖ τόν βίο του. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας δέν εἶναι ἄρνηση τῆς ζωῆς. Εἶναι ἄνωση τῆς ζωῆς. Ὀφείλει, βέβαια, μέσα στή συνεχῆ ροή καί μεταβολή τοῦ κόσμου νά παραμένει πυξίδα προσανατολισμοῦ, γιά νά δείχνει στόν ἄνθρωπο τόν ἀληθινό προορισμό του, τίς μεταφυσικές του προεκτάσεις. Τό ἐνδιαφέρον, ὅμως, τῆς Ἐκκλησίας γιά τά ἐπέκεινα, ἡ ἐσχατολογική, δηλαδή, κατεύθυνση, πού δίνει στή ζωή καί τίς ἐπιδιώξεις τῶν ἀνθρώπων, δέν σημαίνει ἀδιαφορία γιά τίς συνθῆκες τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς ἐδῶ καί τώρα. Ἡ Ἐκκλησία, σάν ταμιοῦχος διδασκαλίας θείας, ὑψηλῆς καί ὑπερόχου, προορισμό ἔχει, βέβαια, τήν ἐξασφάλιση τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἡ αἰώνια ζωή, ὅμως, εἶναι συνέπεια καί συνέχεια τῆς παρούσας. Ἀλλοίμονο, ἄν ἡ Ἐκκλησία μας ἔδινε τήν ἐντύπωση, ὅτι διαμένει σέ οὐράνιους τόπους, ἀποστασιοποιημένη ἀπό τά προβλήματα τῆς ζωῆς. Τότε θά ἔχανε τή ζωντάνια της καί θά καταντοῦσε ἀποστεωμένη ὕπαρξη, ἄνικμη καί ἄνυδρη. Κύριο ἔργο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι, βέβαια, ὁ ἁγιασμός καί ἡ σωτηρία τῶν ψυχῶν. Ἀποβλέπουσα, ὅμως, στά ἐπέκεινα, δέν πρέπει νά παραμελεῖ ὅλες τίς πτυχές τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως. Τά προβλήματα τοῦ κόσμου, οἱ κοινωνικές σχέσεις, ἡ πείνα, ἡ δυστυχία, ἡ ἀδικία, οἱ πόλεμοι, ἡ βία, ἡ τρομοκρατία, ἀλλά καί ὁ φωτισμός καί ἡ προαγωγή τοῦ πολιτισμοῦ καί τῆς γνώσεως εἶναι καί δικά της προβλήματα.
Τό ἔργο, δηλαδή, τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας πρέπει νά εἶναι κάθετο καί ὁριζόντιο, θεολογικό καί κοινωνικό, θεῖο καί ἀνθρώπινο. Καί τοῦτο, γιατί πιστεύομε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά συναντήσει τόν Θεό χωρίς νά συναντηθεῖ μέ τόν συνάνθρωπο. Ἤ, καί ἀντιστρόφως, δέν μπορεῖ νά συναντηθεῖ μέ τόν συνάνθρωπό του, χωρίς νά συναντήσει τόν Θεό. Ὁ στίβος, δηλαδή, τῶν δραστηριοτήτων τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι τόσο οἱ αὐλές τοῦ Κυρίου, ὅσο καί οἱ αὐλές τῶν ἀνθρώπων.
Ἡ προσήλωση τῆς Ἐκκλησίας μας στά δόγματα καί στούς θεσμούς τῆς Ὀρθοδοξίας συνοδεύεται καί μέ τήν ὀρθή πράξη. Ἀκολουθούσα ἡ Ἐκκλησία, δηλαδή, τήν προτροπή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «τῆς δέ εὐποιΐας καί κοινωνίας μή ἐπιλανθάνεσθε» (Ἑβρ. ιγ’ 16), ἐργάζεται ἀθόρυβα καί πρός ἐπούλωση τῆς κοινωνικῆς δυστυχίας. Μέ τό πολυδιάστατο ποιμαντικό της ἔργο, ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι παρούσα στή ζωή τοῦ ποιμνίου της, συμπορεύεται μαζί του καί συμμερίζεται τά προβλήματά του.
Αὐτή εἶναι ἡ μακραίωνη παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, μία παράδοση, πού θέλει τήν Ἐκκλησία μας νά εἶναι ζωντανός ὀργανισμός. Νά αἰσθάνεται τόν παλμό τῆς ἐποχῆς καί τόν ρυθμό τῆς ζωῆς. Θέλει τήν Ἐκκλησία μας νά διακρίνεται ἀπό ἕνα συνδυασμό ἁρμονικό πνευματικότητας καί κοινωνικότητας, μέ τό πῦρ τῆς πίστεως, ἀλλά καί τῆς ἀγάπης τήν πνοή, νά διδάσκει, νά φωτίζει, νά προσδίδει βάθος καί νά νοηματοδοτεῖ τή ζωή. Θέλει, ἀκόμη, ἡ παράδοση τήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, χωρίς νά ἐγκολπωθεῖ τόν ἀπομονωτισμό τῆς ἐθνικῆς ἐσωστρέφειας, νά εἶναι ἕνας ἀποφασιστικός παράγοντας στά θέματα τῆς εἰρήνης, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἐλευθερίας, τῆς δημοκρατίας καί τῆς ἄρσης τῶν φυλετικῶν διακρίσεων. Τή θέλει, ἐπίσης, νά συμμετέχει ἐνεργά στόν πνευματικό διάλογο τῆς ἐποχῆς μας καί νά παρέχει λόγο «παντί τῷ αἰτοῦντι» (Λουκ. στ’ 30), περί τῆς πίστεως.
Αὐτός ὑπῆρξε διαχρονικά ὁ χαρακτήρας καί ἡ φυσιογνωμία τῆς Ὀρθοδόξου Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, ἡ ὁποία, «διά μέσου τῶν αἰώνων καί διά μέσου τῶν ποικίλων στροφῶν καί περιπετειῶν τῆς ἱστορίας, ἔζησε καί ἐπέζησε καί ζεῖ, ὡς ἄνθος κάλλιστο τῆς ὅλης Ὀρθοδοξίας», «εἰς δόξαν Θεοῦ καί ἐπ’ εὐλογίᾳ καί οἰκοδομῇ τοῦ ὀρθοδόξου ἑλληνικοῦ λαοῦ τῆς ἁγιοτόκου Κύπρου».
Σήμερα, ὅμως, δυστυχῶς, ἐπιχειρεῖται, ἀπό ὁρισμένους κληρικούς καί λαϊκούς, ἡ ἀλλοίωση τῆς παραδοσιακῆς πνευματικῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, μέ τήν υἱοθέτηση καί προσπάθεια εἰσαγωγῆς ξένων, ἄγνωστων γιά τήν Ἐκκλησία μας, νοοτροπιῶν, πού, τυχόν, ἐπικράτησή τους, θά ὁδηγήσουν τήν Κυπριακή Ἐκκλησία σέ μιά ἀπομονωτική ἐσωστρέφεια, ἀπούσα ἀπό τά σύγχρονα δρώμενα τῆς ἐποχῆς μας.
Ἐσχάτως δέ ἡ Ἐκκλησία μας ταλανίζεται καί ἀπό μίαν ὁμάδα κληρικῶν, τῶν καλουμένων ἀποτειχιστῶν, οἱ ὁποῖοι, κυριαρχημένοι ἀπό δεισιδαιμονίες, προκαταλήψεις καί πλάνες, ἀλλά καί ἀπό μεσαιωνικούς φανατισμούς καί μισαλλοδοξίες, ἐπιχειροῦν, ὄχι μόνο νά ἀλλοιώσουν τό ἐπί αἰῶνες ἐπικρατοῦν μέσα στήν Ἐκκλησία μας πνεῦμα, ἀλλά, ὅπερ καί χειρότερο, προσπαθοῦν νά ἀλλοιώσουν τήν τεθησαυρισμένη μέσα στήν παράδοση καί τή διδασκαλία τῶν Πατέρων πίστη τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.
Μέ μιά νοοτροπία, πού ὑποθάλπει τόν ἐκκλησιαστικό σκοταδισμό, ἀρνοῦνται καί περιφρονοῦν τήν οἰκουμενική διάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας, καί, κατ’ ἐπέκταση, ἀρνοῦνται καί κάθε μορφῆς διάλογο, ἀκόμη καί αὐτούς τούς διαχριστιανικούς διαλόγους, πού ἀποβλέπουν στήν ἐπανένωση τοῦ διεσπασμένου σήμερα χριστιανικοῦ κόσμου, ἀνταποκρινόμενοι, ἔτσι, στήν ἐπιθυμία τοῦ Δομήτορα τῆς Ἐκκλησίας μας Σωτήρα καί Λυτρωτῆ μας Χριστοῦ, ὅπως διατυπώνεται στήν ἀρχιερατική προσευχή στό Εὐαγγέλιο, πού διαβάζουμε τή Μεγάλη Πέμπτη: «Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτούς ἐν τῷ ὀνόματί σου, ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς» (Ἰω. ιζ’ 11). Ἀλλά τό νεοφανές αὐτό κίνημα, τῶν ἀποτειχιστῶν, ἕνα κίνημα πού διεγείρει ἰσχυρά πάθη θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ στίς ψυχές τῶν ὀπαδῶν του καί ἐμπνέει θανάσιμη ἀντιπάθεια σέ κάθε ἀντιφρονοῦντα πρός αὐτό, λοιδοροῦν καί ἀπορρίπτουν τό ἐπισκοπικό ἀξίωμα, ἀρνούμενοι νά μνημονεύσουν τόν οἰκεῖο Μητροπολίτη, μνημονεύοντας ἄλλο τῆς δικῆς τους νοοτροπίας καί ἀρεσκείας, γεγονός, πού συνιστᾶ ἐκκλησιολογική ἐκτροπή, μή ἀπέχουσα πολύ ἀπό τήν αἵρεση.
Μᾶς κατηγοροῦν, οἱ αἱρετίζοντες αὐτοί ἀποτειχιστές, σάν αἱρετικούς, ἐπειδή συμμετέχουμε –ἄκουσον, ἄκουσον- στούς διαχριστιανικούς διαλόγους καί ἀγνοοῦν οἱ δυστυχεῖς ὅτι ὁ Χριστιανισμός εἶναι οἰκουμενική θρησκεία, ἀφοῦ ἡ τελική κατάργηση τῆς περιτομῆς ἀποτέλεσε οὐσιαστικά τήν ἐπικύρωση τῆς ἐξόδου τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀπό τήν Ἰουδαϊκή μήτρα του, μέσα στήν ὁποία ἐκυοφορήθη. Ἔτσι, παρά τήν Ἰουδαϊκή προέλευσή του, ὁ Χριστιανισμός παρουσιάζεται ὡς οἰκουμενική θρησκεία, ἡ ὁποία κήρυξε τήν πλήρη ἰσότητα τῶν ἀνθρώπων ἔναντι τοῦ Θεοῦ, ἀνεξάρτητα ἀπό ἐθνική καταγωγή, γλώσσα, φύλο, κοινωνική θέση κ.λπ. Ὁ μέγας τῶν ἐθνῶν Ἀπόστολος Παῦλος διακήρυξε: «Οὐκ ἔνι Ἕλλην καί Ἰουδαῖος, περιτομή καί ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλά τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός» (Κολ. γ’ 11).
Ἄλλωστε, ἡ Θεία Εὐχαριστία, ὡς ἡ κατ’ ἐξοχήν λατρευτική πράξη τῶν Χριστιανῶν, διά τῆς ὁποίας αὐτοί ἑνώνονται ἐν Χριστῷ, ἔγινε τό θεμέλιο, ὄχι μόνο τῆς ἑνότητας, ἀλλά καί τῆς οἰκουμενικότητας τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Εἴμαστε, λοιπόν, οἰκουμενικοί καί τό καυχόμαστε, γιατί καί ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι οἰκουμενική.
Ὡς Ὀρθόδοξοι χριστιανοί, δέν μποροῦμε νά ἀρνηθοῦμε τόν διάλογο καί, δή, μέ τούς ἀδελφούς χριστιανούς ἄλλων ὁμολογιῶν, ἐπειδή, ἔτσι, θέλει ὁ παραλογισμός μερικῶν, πού ἔχουν ζῆλο Θεοῦ «οὐ κατ’ ἐπίγνωσι», γεγονός, πού τούς ὁδηγεῖ σέ ἀκραῖες ἐνέργειες, ὅπως τήν ἄρνησή τους νά μνημονεύουν τόν οἰκεῖο Μητροπολίτη, ἐπειδή δέν εἶναι τοῦ ἰδίου μέ αὐτούς φυράματος, ἐπειδή, δηλαδή, δέν ἀνήκει στήν τάξη τῶν ἀποτειχιστῶν. Ἀγνοοῦν, ὅμως, τόν Ἰγνάτιο τόν Θεοφόρο (113 μ.Χ.), τόν μαθητή αὐτό τοῦ ἀγαπημένου μαθητῆ τοῦ Κυρίου, Ἰωάννη τόν Θεολόγο, ὁ ὁποῖος στήν ἐπιστολή του πρός Φιλαδελφεῖς προειδοποιεῖ ὅτι: «Ὅσοι Χριστοῦ εἰσιν, μετά τοῦ Ἐπισκόπου εἰσίν˙ ὅσοι δ’ ἄν ἐκκλίνωσιν αὐτοῦ καί τήν κοινωνίαν ἀσπάσονται, μετά τῶν κατηραμένων, οὗτοι σύν αὐτοῖς ἐκκοπήσονται˙οὐ γάρ εἰσί γεώργιον Χριστοῦ, ἀλλ’ ἐχθροῦ σπορά».
Ὁ δέ ἱερός Μέγας Φώτιος (893 μ.Χ.), κατακρίνει «τό τῆς γνώμης ἠρρωστικός καί ἀστήρικτον» καί καταδικάζει ὡς «ἁμαρτίαν πρός θάνατον», κάθε ἐκτροπή ἀπό τήν Ὀρθοδοξία καί τήν «τῶν παραδοθέντων ἀθέτησιν» ἀπό αὐτούς, πού «κατά τῶν ἰδίων ποιμένων ὑπερήφανον ἀναλαμβάνουν φρόνημα, ἐκεῖθεν δέ κατά τοῦ κοινοῦ Ποιμένος καί Δεσπότου παρατείνουν τήν ἀπόνοιαν». Ἀλλά, καί ὁ Ἐπίσκοπος Καρχηδόνας Κυπριανός (258 μ.Χ.), ὅλως ὑπέροχο θεωρεῖ τό ἀξίωμα τοῦ Ἐπισκόπου μέσα στήν Ἐκκλησία, ὥστε νά λέγει ὅτι, «ἐάν τις μακράν τῶν Ἐπισκόπων ζῇ δέν εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας καί προσομοιάζει πρός τούς συγχρόνους τοῦ Νῶε, οἵτινες, κατά τόν κατακλυσμόν, εὑρέθησαν ἔξω τῆς κιβωτοῦ».
Ἐξοχώτατε κ. Πρόεδρε,
Μακαριώτατε,
Ἐκλεκτή καί Συνεκλεκτή Ὁμήγυρη,
Ἡ σημερινή διάκριση, τήν ὁποία μέ πολλή συγκίνηση ἀποδέχομαι, δέν ἀποτελεῖ γιά μένα κορύφωση μιᾶς πορείας καί πολύ περισσότερο, δέν ἀποτελεῖ λόγο ἀναπαύσεως, ἀλλά ἀποτελεῖ χρέος μεγαλύτερης εὐθύνης καί προσπάθειας, ἀποτελεῖ πρόσκληση γιά ἀκόμη βαθύτερη διακονία. Καί τοῦτο, γιατί μέσα στήν Ἐκκλησία καμιά τιμή δέν εἶναι δικαίωμα. Εἶναι κλήση γιά μεγαλύτερη διακονία.
Καί μεγαλύτερη διακονία, σήμερα, εἶναι νά διαφυλάξουμε τήν πνευματική ταυτότητα τοῦ λαοῦ μας, μέσα σέ ἕνα κόσμο, πού μεταβάλλεται μέ καταιγιστική ταχύτητα. Ὁ λαός μας, δοκιμασμένος ἀπό τήν ἱστορία, ἀλλά πλούσιος σέ πνευματικά ἀποθέματα, δέν μπορεῖ νά πορευθεῖ, χωρίς τή ζωντανή παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας του. Γιατί, μέσα σέ αὐτή τήν παράδοση, συναντῶνται, ἡ πίστη τῶν Πατέρων, ἡ μνήμη τῶν ἁγίων καί τῶν μαρτύρων καί οἱ ἀγῶνες τοῦ γένους γιά τήν πολυέραστη ἐλευθερία, καθώς, ἐπίσης, καί ἡ ἐλπίδα γιά τό μέλλον.
Εἶναι καιρός νά ἐξαλειφθεῖ τό ἀπαράδεκτο φαινόμενο νά παρουσιάζουν μερικοί τήν Ὀρθοδοξία «χωρίς εἶδος καί χωρίς κάλλος», εἴτε ἀκρωτηριασμένη πάνω στήν προκρούστεια κλίνη ὑποκειμενικῶν παρανοήσεων, εἴτε διαστρεβλωμένη καί παραμορφωμένη στά παραμορφωτικά κάτοπτρα προσωπικῶν ἀδυναμιῶν ἤ ἑνός «ζήλου Θεοῦ… οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν» (Ρωμ. ι’ 2). Εἴτε ἀκόμη ἐξ ἀγνοίας κινούμενοι.
Σήμερα, πού ὁ τεχνολογικός πολιτισμός μέ τήν τεχνητή νοημόσυνη στήν κορυφή του, ἀφηνιασμένος, κατεδαφίζει κάθε πνευματική ἔφεση καί κάθε μεταφυσική ἀνησυχία, θέλουμε μιά Ἐκκλησία, πού θά ἐργάζεται γιά τήν τόνωση τῶν πνευματικῶν ἀναζητήσεων τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου, γιά τόν ἁγιασμό καί τή σωτηρία του, ἀλλά, παράλληλα θά αἰσθάνεται καί τόν παλμό τῆς ἐποχῆς καί τόν ρυθμό τῆς ζωῆς, καί θά ζεῖ τίς δραματικές συνθῆκες καί τίς ὧρες τῆς ἐποχῆς της καί θά δίνει λύσεις στά σύγχρονα πιεστικά προβλήματα τῶν καιρῶν μας.
Δέν θέλουμε μιά Ἐκκλησία λυπόθυμη, πού θά ἐξαντλεῖται μέσα στήν ἀπομονωτική ἐσωστρέφειά της, ἀπούσα ἀπό τά σύγχρονα δρώμενα τοῦ αἰώνα μας. Ἀντίθετα, θέλουμε μιά Ἐκκλησία ζώσα καί ἐνεργουμένη, πού θά συμμετέχει ἐνεργά στό πανορθόδοξο, παγχριστιανικό καί παγκόσμιο γίγνεσθαι, καί θά συμβάλλει ἀποφασιστικά στήν ἑδραίωση τῶν ὑψηλῶν πανανθρώπινων ἰδανικῶν τῆς εἰρήνης, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἐλευθερίας, τῆς δημοκρατίας καί τοῦ σεβασμοῦ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων. Μιά Ἐκκλησία, πού θά εἶναι ὁ ἀποφασιστικός παράγοντας στά θέματα τῆς ἄρσης τῶν φυλετικῶν διακρίσεων, τῆς ἐξάλειψης τοῦ σοβινισμοῦ καί τοῦ ρατσισμοῦ, τοῦ φανατισμοῦ καί τῆς μισαλλοδοξίας, τῆς καταπολέμησης τῆς μάστιγας τῶν ναρκωτικῶν, ἀλλά καί τῆς οἰκολογικῆς σταθεροποίησης.
Σήμερα, τέλος, πού τό δίκαιο στή Νῆσο αὐτή τῶν ἁγίων καί τῶν μαρτύρων παραμένει ἐσταυρωμένο, ἐπειδή ἀναφέρεται σέ ἕνα ὀλιγάριθμο λαό, ἡ Ἐκκλησία μας ὀφείλει, συνεχίζουσα τή μακραίωνη παράδοσή της, χωρίς ἐθνικισμούς καί σοβινισμούς, νά ἐνισχύει τό φρόνημα τοῦ λαοῦ μας, τήν ἐλπίδα του, τήν ἀντοχή του καί τήν καρτερία του, μέχρι πού ὁ κυπριακός Ἑλληνισμός νά βγεῖ ἀπό τή σκιά θανάτου στό ὑπερήφανο φῶς τῆς ἐλευθερίας.
Ἐξ ὅλης ψυχῆς καί καρδίας σᾶς εὐχαριστῶ, Μακαριώτατε, γιά τήν τιμή, γιά τήν ἀγάπη τήν ἀνιδιοτελῆ καί γιά τόν πρόφρονα Χαιρετισμό σας καί τά ἐκδηλωθέντα πρός τήν ταπεινότητά μου εἰλικρινῆ αἰσθήματα ἀγάπης, τά ὁποῖα μεγάλως ἐκτιμοῦμε.
Ὁ μεγάλος φιλόσοφος καί κοινωνιολόγος Σίτνεϊ Γουέμπ εἶπε τήν ἑξῆς ρήση: «Εἶναι μέγα εὐτύχημα νά ἐπαινεῖται κάποιος ἀπό ἐκείνους, πού εἶναι ἄξιοι ἐπαίνου». Καί ἄξιος ἐπαίνου εἶσθε ἐσεῖς, Μακαριώτατε καί ὄχι ἡ μετριότητά μου. Ἐσεῖς, πού πηδαλιουχεῖτε τή νοητή, ἀείποτε ποντοποροῦσα ὁλκάδα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα, συνετῶς καί θαρραλέως, ἀποφασιστικῶς καί μετ’ ἐπιστήμης, «ὡς νοῦν Χριστοῦ κεκτημένος». Στή μέχρι τώρα Ἀρχιεπισκοπική θητεία σας δώσατε τήν εἰκόνα, ὡς τοῦ κατ’ ἐξοχήν ἱκανοῦ καί δημοκρατικοῦ ἀνδρός, ἐνδεδειγμένου γιά τούς χαλεπούς καί δυσχείμερους αὐτούς γιά τήν Ἐκκλησία καί τόν λαό μας καιρούς. Ἡ ἐξέχουσα φυσιογνωμία σας, ἡ ἐπιβλητική προσωπικότητά σας, μέ τή θαυμαστή ζωτικότητα καί τό ἔντονο πάθος γιά δημιουργικότητα, μαζί μέ τόν ἱερό ἀγωνιστικό πόθο σας γιά λευτεριά καί δικαίωση τοῦ χειμαζόμενου σήμερα Ἑλληνισμοῦ τῆς αἱματοποτισμένης Νήσου μας, σᾶς ἔχουν, ἤδη, ἐνθρονίσει βαθύτατα στήν καρδιά τοῦ λαοῦ μας. Μᾶς διδάσκετε, Μακαριώτατε, καί μᾶς γοητεύετε μέ τό ἦθος καί τήν ποιότητα τῆς προσωπικότητάς σας, μέ τόν δυναμισμό τοῦ πνεύματός σας καί μέ τόν ὑπέροχο θεολογικό λόγο σας καί τό δημιουργικό πάθος σας.
Ἀνταποδίδοντας τήν τιμή καί τήν ἀγάπη, βεβαιωθεῖτε, Μακαριώτατε, ὅτι στόν ἀνάντη καί ἀνηφορικό δρόμο σας, στούς ἐξαντλητικούς κόπους καί μόχθους σας, στίς ἀντιξοότητες καί στούς ἀγῶνες γιά τό ἅγιο καί βαρύ ἔργο σας ἀλληλέγγυος συγκυρηναῖος θά εἶμαι. Πρόθυμος πάντοτε θά εἶμαι συναντιλήπτορας καί συνοδίτης στό ἐπωμισθέν βαρύ ἔργο σας.
Ἐπί τούτοις εὐχόμεθα, ὅπως ὁ θεῖος τῆς Ἐκκλησίας μας Δομήτωρ καί Κυβερνήτης Χριστός ἐπιδαψιλεύει στή Μακαριότητά σας ὑγεία ἀστεμφῆ καί δύναμη καί ζωή, γιά νά κλεΐζετε ἐπί ἔτη πολλά καί νά κοσμεῖτε καί νά λαμπρύνετε τόν μαρτυρικό Θρόνο τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα.
Ἰδιαίτερες θερμές εὐχαριστίες ἐκφράζω καί πρός τήν ὑμετέρα ἐξοχότητα, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας, πού μέσα στόν βαρύ φόρτο τῶν ὑψηλῶν προεδρικῶν καθηκόντων σας, πού μέ ὑποδειγματική συνέπεια σηκώνετε, βρήκατε τόν χρόνο, ὄχι μόνο νά λαμπρύνετε, μέ τήν τιμητική παρουσία σας, τήν ἀποψινή ἐκδήλωση, ἀλλά νά ἀπευθύνετε καί τόν Χαιρετισμό τῆς ἀγάπης σας. Ἡ πολιτική σας σοφία καί σύνεση, κύριε Πρόεδρε, πλαισιούμενες ἀπό ἕνα ἄδολο πατριωτισμό, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τό βαθύτερο κίνητρο τῶν πολιτικῶν σας στοχασμῶν, μαζί μέ τό ἀνώτερο πολιτικό σας ἦθος, σᾶς ἔχουν ἐπιβάλει στή συνείδηση τοῦ κυπριακοῦ Ἑλληνισμοῦ ὡς μεγάλη πολιτική φυσιογνωμία.
Εὔχομαι ἀπό καρδίας ὁ παντοδύναμος Θεός νά ἐνισχύει τίς δυνάμεις σας καί νά μηκύνει τά ἔτη τῆς ζωῆς σας πρός δόξαν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἡμῶν γένους.
Ὅμως, τούτη τή στιγμή τίς πιό βαθιές δονήσεις τῆς ψυχῆς μου προκαλεῖ τό γεγονός τῆς συμμετοχῆς στήν τιμητική γιά μένα σεμνή αὐτή τελετή, τοῦ Πρέσβη τῆς Μητέρας Πατρίδας, κυρίου Κωνσταντίνου Κόλλια, τῆς Ἑλλάδας τῶν φώτων καί τοῦ πολιτισμοῦ, πού στάθηκε γιά αἰῶνες τό μυστικό κέντρο τῶν προσανατολισμῶν καί τῶν πόθων τοῦ κυπριακοῦ Ἑλληνισμοῦ, τόν ὁποῖο, ἀλλοίμονο, δέν μπόρεσε νά περιπτυχθεῖ ἐλεύθερο καί ἀδούλωτο στίς μητρικές της ἀγκάλες.
Ἡ πνευματική μου χαρά, κύριε Πρέσβη, εἶναι ἀκένωτη καί ἡ εὐγνωμοσύνη μου γιά τήν τιμητική παρουσία σας μεγάλη.
Χάριτες ἐπίσης, ὀφείλω καί εὐγνωμοσύνη ὁμολογῶ μεγάλη πρός ὅλους τούς Συνοδικούς Ἀρχιερεῖς. Γιά σᾶς, ἐν Χριστῷ ἀδελφοί Ἀρχιερεῖς, δέν ἐξαρκοῦν λόγοι, γιά νά ἐξωτερικεύσω τῆς καρδίας μου τήν πλημμυρίδα τῶν συναισθημάτων μου. Δεχθεῖτε παρακαλῶ τήν ἔκφραση τῆς ἀγάπης μου καί τῶν θερμῶν εὐχαριστιῶν μου. Σᾶς ἀσπάζομαι μέ φίλημα ἀδελφικῆς ἀγάπης.
Ἐπιτρέψατέ μου, ἀκόμη νά καταθέσω, πώς, ὅ,τι ἐπιτέλεσε ἡ μετριότητά μου, ὅ,τι ἔπραξε ἤ ὅ,τι δόθηκε νά ὑπηρετήσω, ἐγένετο χάριτι Θεοῦ καί διά τῆς ἀδιαλείπτου συνεργασίας τῶν σεβαστῶν συνεργατῶν μου, ἱερομονάχων, ἱεροδιακόνων καί μοναχῶν, τῶν συγκροτούντων τή Χριστοφόρο Ἀδελφότητα τῆς «ἱμερτῆς» τροφοῦ Ἱερᾶς τοῦ Κύκκου Μονῆς μου, τῶν ἐραστῶν αὐτῶν τῆς, κατά Θεό, σοφίας καί ἀρετῆς, πού ἀγωνίζονται νά ἀποβοῦν σεμνώματα καί ἐγκαλλωπίσματα τῆς κατά Χριστό ζωῆς καί πολιτείας.
Εἰλικρινεῖς εὐχαριστίες καί ἄδολη ἀγάπη ἐκφράζω καί πρός ὅλο τό προσωπικό τῶν λαϊκῶν συνεργατῶν μου, γιά τή δική τους συμβολή στό ἐπιτευχθέν ἔργο. Ἰδιαίτερες, ὅμως, εὐχαριστίες καί ἀληθινή τιμή ἀξίζουν στόν Διευθυντή τοῦ Κέντρου Μελετῶν Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου, τόν χαλκέντερο καί παραγωγικότατο ἐπιστημονικό ἐρευνητή Κωστή Κοκκινόφτα, τήν κάλαμο τοῦ ὁποίου κίνησε καί ἐνέπνευσε ἡ εἰλικρινής ἀγάπη του πρός τό πρόσωπό μου καί παρουσίασε τό τιμώμενο ἔργο μέ ἐπάρκεια καί γνώση.
Σέ ὅλο τό ποίμνιό μας, τό χριστεπώνυμο πλήρωμα τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κύκκου καί Τηλλυρίας, τῆς ἀρτιγενοῦς αὐτῆς Μητροπόλεως, πού γεννήθηκε ἀπό τά σπλάχνα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου, πού ἔλαβε ἀπό αὐτή τό ἦθος της, τόν ἀέρα της, τό φῶς της, τόν πνευματικό παλμό της, ἀπονέμοντας ὁλόθυμη τήν ἀρχιερατική καί πατρική εὐλογία μας, εὐχόμεθα πλούσια τά δωρήματα τοῦ Δοτῆρος παντός ἀγαθοῦ, Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου «ἡ χάρις καί τό ἄπειρον ἔλεος εἴησαν μετ’ αὐτῶν».
Εὐχαριστῶ, τέλος, καί ὅλους ἐσᾶς τούς «ἐν ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις» εὑρισκομένους, καθώς καί ὅλους τούς παρισταμένους, οἱ ὁποῖοι «οὐκ ὤκνησαν μακράν ὁδόν πορευθῆναι», γιά νά βρίσκονται σήμερα ἐδῶ καί νά πολλαπλασιάζουν, μέ τήν παρουσία τους, τή χαρά τῆς πανηγύρεως αὐτῆς.
Καί πρός τό τέλος τοῦ λόγου εὑρισκόμενος, εὐχαριστήρια δοξολογία καί αἶνο εὐγνωμοσύνης ἐκφράζω πρός τόν Δομήτορα τῆς Ἐκκλησίας Σωτῆρα Χριστό. Ἐκεῖνος ὁδηγεῖ. Ἐκεῖνος στηρίζει. Ἐκεῖνος ἐνισχύει τόν ἄνθρωπο στά καθήκοντα τῆς διακονίας του. Ἐμᾶς δέ τούς ἀνεπαρκεῖς κρύπτει ὑπό τήν σκιά τῆς θείας χάρης του.
Τελειώνοντας, καταθέτω τήν ὕψιστη αὐτή τιμή, ὡς ἄρρητο ἀνθέμιο εὐχαριστίας στά πόδια τῆς Παναγίας τῆς Κυκκώτισσας, τῆς Ὑπεραγίας Μητρός μου, ἡ ὁποία ὑπῆρξε καί παραμένει ἡ ἀσφαλής ὁδός, ἡ σκέπη, ἡ ἀναπνοή τῆς ζωῆς μου. Ὑπόσχομαι δέ ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων ὅτι, ὅσο ζῶ καί ἀναπνέω, ὅσο ἡ καρδία μου θά κτυπᾶ, τήν Παναγία τήν Κυκκώτισσα θά ὑπηρετῶ. Τόν Μονογενῆ αὐτῆς Υἱό θά δοξολογῶ. Τή θεόσωστη τῆς Τηλλυρίας Μητροπολιτική Περιφέρεια θά διαποιμαίνω θεοφιλῶς. Καί τήν Ἀποστολική τῆς Κύπρου Ἐκκλησία, ἕως ἐσχάτης μου ἀναπνοῆς, εὐόρκως θά διακονῶ.
Ἐκ βάθους καρδίας ὅλους σας εὐχαριστῶ!
Με βαθιά συγκίνηση και σεβασμό, ο Μητροπολίτης Κύκκου και Τηλλυρίας κ.κ. Νικηφόρος έλαβε το Χρυσό Παράσημο του Αποστόλου Βαρνάβα, την ύψιστη τιμητική διάκριση της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Κύπρου. Μια τιμή απόλυτα άξια για τη συνολική και πολυετή προσφορά του στην Εκκλησία και την κοινωνία.
Στον λόγο του ξεχώρισε η ευλωττία, η καθαρότητα σκέψης και η παρρησία του (ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του). Καυτηρίασε όπου έπρεπε, επαίνεσε όπου άξιζε, και μίλησε με επαίνους και για τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Γεώργιο.
Συγκλονιστική και η υπόσχεσή του προς την Παναγία του Κύκκου, στο μοναστήρι όπου διακονεί εδώ και 67 χρόνια… Μια ζωή αφιερωμένη στην πίστη, την προσφορά και το έργο.
Τα καλά πρέπει να λέγονται. Υπό την ηγουμενία του, η Μονή της Παναγίας του Κύκκου βοήθησε, ενίσχυσε, πρόσφερε και συνεχίζει να προσφέρει απλόχερα στον τόπο και στους ανθρώπους.
Και το Θρονί, εκεί όπου αναπαύεται ο Μακάριος Γ’, κατάφερε να το μετατρέψει σε ιερό προσκύνημα. Η ανάβαση του προσκυνητή γίνεται πλέον μια πνευματική συνοδεία, με τα προσκυνητάρια, τις αγιογραφίες και τους Αγίους να οδηγούν βήμα-βήμα τον άνθρωπο προς την προσευχή και την κατάνυξη.
Όντως, όταν υπάρχει έργο, πίστη και προσφορά, πρέπει να αναγνωρίζονται και ο Μητροπολίτης Κύκκου Νικηφόρος έχει μία πορεία που αφήνει ισχυρό αποτύπωμα.
Πηγή: fosfanariou.gr / Κείμενο-Φωτογραφίες: ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ Χ. ΒΙΚΕΤΟΣ
