Του Αρχιμ. Δημητρίου Τζιαφά, Ιεροκήρυκος της Ι.Μ.Θ.
«Ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε» (Λουκ. 17,19)
Αδελφοί μου,
η σημερινή Κυριακή μάς φέρνει ενώπιον ενός από τα πλέον αποκαλυπτικά ευαγγελικά αναγνώσματα. Ο Κύριος, πορευόμενος προς τα Ιεροσόλυμα, συναντά δέκα λεπρούς άνδρες, ανθρώπους απομονωμένους και αποκομμένους από την κοινωνία λόγω ασθενείας, οι οποίοι, σύμφωνα με τον Μωσαϊκό Νόμο, ζούσαν στο περιθώριο, στερημένοι οποιασδήποτε ανθρώπινης συναναστροφής. Από μακριά υψώνουν τη φωνή της παρακλήσεώς τους και ικετεύουν: «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς» (Λουκ. 17,13). Δεν ζητούν εξηγήσεις ούτε θέτουν όρους· προσφεύγουν στο έλεος, εκεί όπου πάντοτε συναντάται ο άνθρωπος με τον Θεό.
Ο Χριστός, με τρόπο απλό και σωτηριώδη, τους αποστέλλει να παρουσιαστούν στους ιερείς, σύμφωνα με τον Νόμο. Και καθώς υπακούν στον λόγο Του, καθαρίζονται από την ασθένεια. Το θαύμα δεν συντελείται μέσα από εντυπωσιασμούς, αλλά μέσα στην πορεία της πίστης και της υπακοής, φανερώνοντας ότι η θεία ενέργεια ενεργεί αθόρυβα, θεραπευτικά και παιδαγωγικά.
Όμως, από τους δέκα, μόνο ένας επιστρέφει. Και αυτός είναι αλλογενής. Διακόπτει την πορεία του, επιστρέφει, ευχαριστεί και δοξολογεί γονυπετής τον Θεό. Τότε ακούγεται ο αποκαλυπτικός και παιδαγωγικός λόγος του Κυρίου: “οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;” (Λουκ. 17,17). Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διευκρινίζει ότι ο λόγος αυτός δεν έχει χαρακτήρα ελέγχου, ούτε πρόκειται για επίπληξη, αλλά φανερώνει την πνευματική διαφορά ανάμεσα στην απλή λήψη της ευεργεσίας και στη σωτήρια στάση της ευχαριστίας.
Η ίαση προσφέρεται και στους δέκα· η σωτηρία, όμως, φανερώνεται εν πληρότητι μόνο στον έναν. Και ο Χριστός το δηλώνει καθαρά: «ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε» (Λουκ. 17,19). Εδώ η Εκκλησία διακρίνει ένα βαθύ μυστήριο: η ευεργεσία του Θεού μπορεί να αγγίξει τον άνθρωπο ακόμη και χωρίς πλήρη πνευματική επίγνωση· η σωτηρία, όμως, καρποφορεί εκεί όπου υπάρχει επιστροφή, δοξολογία και ευχαριστιακή αναφορά προς τον Θεό. Η ευγνωμοσύνη γίνεται έτσι ο χώρος της προσωπικής κοινωνίας με τον Χριστό.
Το ευαγγελικό αυτό μήνυμα φωτίζεται ιδιαιτέρως από το αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας, όπου ο Απόστολος Παύλος προτρέπει: «μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ· ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς, μιμεῖσθε τὴν πίστιν» (Εβρ. 13,7). Η Εκκλησία ζει βιωματικά, όχι ως απλή ανάκληση προσώπων ή γεγονότων, αλλά ως λειτουργική και σωτηριολογική πράξη, ως ζωντανή παράδοση πίστεως και μαρτυρίας.
Η αποστολική αυτή προτροπή συναντά σήμερα την εορτή των Αγίων Αθανασίου και Κυρίλλου, Πατριαρχών Αλεξανδρείας, δύο μεγάλων ποιμένων που σφράγισαν τη ζώσα πορεία της Εκκλησίας με τη ζωή, το έργο, την ομολογία, τη διδασκαλία και τη θυσιαστική τους διακονία. Ο Άγιος Αθανάσιος, υπερασπιστής της θεότητας του Υιού, στάθηκε ακλόνητος απέναντι στην αίρεση, υπομένοντας εξορίες και διωγμούς. Ο Άγιος Κύριλλος, με θεολογική ακρίβεια και ποιμαντική ευθύνη, διακήρυξε το μυστήριο της ενανθρώπησης και την αλήθεια της Θεοτόκου, διαφυλάσσοντας την ενότητα της πίστεως.
Και οι δύο έγιναν μάρτυρες της ίδιας αλήθειας που διακηρύσσει ο Απόστολος: «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτός, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Εβρ. 13,8). Η ζωή τους υπήρξε διαρκής αναφορά στον Χριστό, ευχαριστιακή προσφορά και σταθερή μίμηση του αποστολικού φρονήματος.
Έτσι, το Ευαγγέλιο των δέκα λεπρών, ο παύλειος λόγος και η μνήμη των Αγίων Αθανασίου και Κυρίλλου δεν παρατίθενται απλώς αποσπασματικά, αλλά αποκαλύπτουν έναν ενιαίο τρόπο εκκλησιαστικής ζωής. Μας διδάσκουν ότι η σωτηρία γεννιέται εκεί όπου ο άνθρωπος επιστρέφει με ευχαριστία, ότι η μνήμη των αγίων είναι κλήση σε μίμηση πίστεως, και ότι η αληθινή πίστη βιώνεται ως σταθερή και υπαρξιακή αναφορά στο πρόσωπο του Χριστού.
Αδελφοί μου ευλογημένοι,
μέσα σε μια εποχή που συχνά χαρακτηρίζεται από πνευματική λήθη και αδυναμία ευχαριστίας, η Εκκλησία μάς καλεί να καλλιεργήσουμε καρδιά δοξολογική. Να μη στεκόμαστε μόνο στις ευεργεσίες του Θεού, αλλά να επιστρέφουμε σε Αυτόν με επίγνωση, ταπείνωση και ευγνωμοσύνη. Να μνημονεύουμε τους αγίους ποιμένες μας όχι τυπικά, αλλά μιμητικά, και να πορευόμαστε μέσα στην Εκκλησία «μή ὡς ἄσοφοι, ἀλλ᾿ ὡς σοφοί, ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν» (Ἐφ. ε΄, 15-16), ως συνετοί άνθρωποι που αναγνωρίζουν ότι η σωτηρία είναι δώρο και σχέση.
Τότε και σε εμάς θα απευθυνθεί ο λόγος του Κυρίου, όχι μόνο ως διαβεβαίωση θεραπείας, αλλά ως σφραγίδα ζωής αιωνίου: «ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε».
Αμήν.