«Το ψωμί είναι στο τραπέζι … Δώσε του Χριστού να πιει»

Του Σεβ. Μητροπολίτου Σουηδίας κ. Κλεόπα 

Η παραβολή της Τελικής Κρίσεως, όπως παραδίδεται στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (25, 31-46), αποτελεί κορυφαίο εσχατολογικό κείμενο της Καινής Διαθήκης, στο οποίο ορίζεται με σαφήνεια το κριτήριο της σωτηρίας και της καταδίκης.

Ο Χριστός παρουσιάζεται ως ο Υιός του Ανθρώπου, ο οποίος θα έλθει «ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ», για να κρίνει όλα τα έθνη. Το κριτήριο της κρίσεως δεν είναι ούτε η εξωτερική ευσέβεια, ούτε η γνώση, ούτε η κοινωνική θέση, αλλά η αγάπη που εκφράστηκε έμπρακτα προς τον συνάνθρωπο.

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της περικοπής είναι ότι η κρίση δεν βασίζεται σε δογματικές ομολογίες ή σε τελετουργικές πράξεις καθαυτές, αλλά στην έμπρακτη σχέση αγάπης προς τον «ἐλάχιστον ἀδελφόν».

Η περικοπή εντάσσεται στον εσχατολογικό λόγο του Χριστού και παρουσιάζει τον Υιό του Ανθρώπου ως παγκόσμιο κριτή. Η εικόνα του διαχωρισμού «ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων» (Ματθ. 25, 32) έχει βαθιά συμβολική σημασία.

Το κριτήριο του διαχωρισμού δεν είναι η γνώση ή η καταγωγή, αλλά η έμπρακτη αγάπη: «ἐπείνασα καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με» (Ματθ. 25, 35).

Το κεντρικό θεολογικό σημείο του χωρίου βρίσκεται στην ταύτιση του Χριστού με τον πάσχοντα άνθρωπο: «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. 25, 40).

Η φράση αυτή συνιστά θεμελιώδη έκφραση της χριστολογικής ανθρωπολογίας. Ο Χριστός δεν ταυτίζεται μεταφορικά με τον άνθρωπο, αλλά αποκαλύπτει μια οντολογική σχέση που εδράζεται στο γεγονός της ενανθρωπήσεως. Η ανθρώπινη φύση έχει προσληφθεί από τον Λόγο, και ως εκ τούτου, κάθε άνθρωπος φέρει τη δυνατότητα της σχέσης με τον Θεό.

Το ευαγγελικό αυτό μήνυμα βρίσκει μια βαθιά και συγκλονιστική ποιητική αντήχηση στο ποίημα του Ιάκωβου Καμπανέλλη, «Το ψωμί είναι στο τραπέζι», από τον δίσκο «Η γειτονιά των αγγέλων» (1964), σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη.

Το ποίημα αυτό, με την απλότητά του, αποκαλύπτει μια μεγάλη θεολογική αλήθεια, ότι ο Χριστός ταυτίζεται με τον πεινασμένο, τον διψασμένο, τον ξένο, ακόμη και με τον ληστή:

«Το ψωμί είναι στο τραπέζι.
Το νερό είναι στο σταμνί.
Το σταμνί στο σκαλοπάτι.
Δώσε του ληστή να πιει.

Το ψωμί είναι στο τραπέζι.
Το νερό είναι στο σταμνί.
Το σταμνί στο σκαλοπάτι.
Δώσε του Χριστού να πιει.

Δώσε μάνα του διαβάτη.
Του Χριστού και του ληστή.
Δώσε μάνα να χορτάσει.
Δωσ’ του αγάπη μου να πιει.»

Το ποίημα αναδεικνύει την ταύτιση του Χριστού με τον πάσχοντα άνθρωπο, αποτυπώνοντας με υπαρξιακή ένταση την Πατερική αντίληψη περί της παρουσίας του Θεού στον «ἕτερον».

Αυτό ακριβώς είναι το μυστήριο της Θείας συγκαταβάσεως. Ο Χριστός δεν αποκαλύπτεται μόνο στην δόξα Του, αλλά και στην ταπείνωση του πάσχοντος ανθρώπου.

Ο ληστής, ο ξένος, ο διαβάτης, είναι εικόνες του Χριστού. Η αγάπη προς αυτούς γίνεται αγάπη προς τον ίδιο τον Θεό.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας προσέγγισαν την περικοπή, όχι μόνο ως ηθική διδασκαλία, αλλά ως αποκάλυψη της ίδιας της φύσεως της σωτηρίας.

Στην Ομιλία του στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επισημαίνει: «Οὐ γὰρ εἶπεν, ἐλεήσατε πτωχόν, ἀλλὰ, ἐλεήσατέ με· τοσοῦτον ἑαυτὸν ἐκεῖνοις συνήνωσε» (PG 58, 508).

Η διατύπωση αυτή αποκαλύπτει ότι η φιλανθρωπία δεν είναι εξωτερική πράξη ηθικής, αλλά μυστική κοινωνία με τον Χριστό.

Σε άλλη ομιλία του, τονίζει ότι η τιμή προς τον Χριστό δεν μπορεί να περιορίζεται στη λατρεία: «Μὴ τίμα αὐτὸν ἐνταῦθα ἐν τῷ ναῷ μετὰ μεταξωτῶν, ἔξωθεν δὲ αὐτὸν παραβλέπῃς ἀπολλύμενον» (PG 50, 508).

Η διδασκαλία αυτή συνδέει άμεσα την λειτουργική ζωή με την κοινωνική ευθύνη και αποκαλύπτει ότι η Θεία Λειτουργία συνεχίζεται και έξω από τον ναό, στην λειτουργία μετά την Θεία Λειτουργία, μέσα στην ζωή, μέσα στην σχέση με τον πάσχοντα αδελφό.

Ο Μέγας Βασίλειος, στην ομιλία του «Πρὸς τοὺς πλουτοῦντας», αναπτύσσει μια ριζοσπαστική θεολογία της ιδιοκτησίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης: «Τοῦ πεινῶντος ἐστὶν ὁ ἄρτος ὃν σὺ κατέχεις» (PG 31, 276).

Η θέση αυτή ανατρέπει την ατομοκεντρική αντίληψη της ιδιοκτησίας και θεμελιώνει μια θεολογία της κοινωνικής ευθύνης. Η άρνηση της προσφοράς δεν είναι απλώς έλλειψη αρετής, αλλά μορφή αδικίας.

Δεν πρόκειται απλώς για μια προτροπή φιλανθρωπίας, αλλά για μια αποκάλυψη της δικαιοσύνης του Θεού. Αυτό που θεωρούμε δικό μας, στην πραγματικότητα μας έχει δοθεί για να το μοιραστούμε.

Στον Λόγο ΙΔ΄ (Περὶ φιλοπτωχίας), ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος παρουσιάζει την φιλανθρωπία ως μίμηση του Θεού: «Γίνου θεὸς τῷ δυστυχοῦντι, μιμούμενος τὴν τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίαν» (PG 35, 892).

Η σωτηρία, συνεπώς, δεν είναι ατομικό γεγονός, αλλά γεγονός κοινωνίας. Όταν προσφέρουμε στον συνάνθρωπο, συμμετέχουμε στο ίδιο το έργο του Θεού.

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, στα «Κεφάλαια περί αγάπης», υποστηρίζει ότι η αγάπη αποτελεί την φυσική κατάσταση του ανθρώπου: «Ὁ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφόν, τὸν Θεὸν ἀγαπᾶν οὐ δύναται» (PG 90, 965).

Η αποκατάσταση του ανθρώπου συνίσταται στην αποκατάσταση της αγάπης προς τον άλλον. Η άρνηση της αγάπης οδηγεί στον υπαρξιακό κατακερματισμό, ενώ η αγάπη οδηγεί στην θέωση.

Το ποίημα του Καμπανέλλη εκφράζει την Πατερική θεολογία με τρόπο λιτό και συγκλονιστικό, παρουσιάζει δε την προσφορά ψωμιού και νερού ως υπαρξιακή πράξη αγάπης: «Το ψωμί είναι στο τραπέζι. … Δώσε του Χριστού να πιει. … Δώσε του ληστή να πιει».

Επίσης, η μορφή του «διαβάτη» αποτελεί εσχατολογικό σύμβολο. Ο άνθρωπος βρίσκεται σε κατάσταση πορείας και η ανταπόκριση ή η άρνηση της φιλοξενίας καθορίζει την υπαρξιακή και σωτηριολογική του προοπτική.

Η επαναλαμβανόμενη εικόνα του ψωμιού και του νερού έχει σαφή ευχαριστιακή διάσταση. Το ψωμί και το νερό δεν είναι απλώς υλικά αγαθά, αλλά σύμβολα ζωής και κοινωνίας. Η προσφορά τους αποτελεί πράξη κοινωνίας.

Η μορφή της μάνας στο ποίημα είναι, επίσης, βαθιά συμβολική. Είναι εκείνη που προσφέρει τροφή, νερό, αγάπη. Είναι εκείνη που δεν κάνει διάκριση μεταξύ Χριστού και ληστή.

Στην παραβολή της Τελικής Κρίσεως, οι δίκαιοι δεν γνωρίζουν ότι, δια της φιλανθρωπίας, υπηρετούν τον ίδιο τον Χριστό, γι᾽ αυτό και ερωτούν: «Κύριε, πότε σε είδαμε πεινασμένο;». Η αγάπη τους είναι αυθόρμητη, χωρίς ιδιοτέλεια. Δεν αγαπούν γι᾽ ανταμοιβή, αλλά επειδή η καρδιά τους έχει μεταμορφωθεί.

Το ίδιο πνεύμα εκφράζει και το ποίημα. Δεν λέει: «Δώσε για να σωθείς». Λέει απλώς: «Δώσε». Δώσε, γιατί ο άλλος διψά. Δώσε, γιατί ο άλλος πεινά. Δώσε, γιατί ο άλλος είναι κι αυτός άνθρωπος, τουτέστιν ο συνάνθρωπος!

Η περικοπή της Τελικής Κρίσεως, η Πατερική της ερμηνεία και το ποίημα του Καμπανέλλη συγκλίνουν στην ίδια θεολογική ανθρωπολογία. Ο άνθρωπος συναντά τον Θεό μέσα από τον συνάνθρωπο!

Το ψωμί στο τραπέζι και το νερό στο σταμνί αποτελούν σύμβολα της δυνατότητας κοινωνίας. Η σωτηρία δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά πραγματοποιείται μέσα από την έμπρακτη αγάπη.

Η εσχατολογική Κρίση αποκαλύπτει, όχι απλώς τις πράξεις του ανθρώπου, αλλά την ποιότητα της σχέσης του με τον Θεό, η οποία πραγματώνεται στην σχέση με τον «ἐλάχιστον ἀδελφόν».

Έτσι, η θεολογία των Πατέρων και η ποίηση της νεότερης ελληνικής παράδοσης συναντώνται στην ίδια θεμελιώδη αλήθεια, ότι η αγάπη αποτελεί το οντολογικό και εσχατολογικό κριτήριο της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο Χριστός περνά καθημερινά μπροστά μας, με την μορφή του φτωχού, του ξένου, του πονεμένου, ακόμη και του «ληστή». Το ερώτημα είναι απλό και συγκλονιστικό: Θα δώσουμε; Θα μοιραστούμε;

“The bread is on the table … Give Christ something to drink”

By His Eminence Metropolitan Cleopas of Sweden

The parable of the Final Judgment, as it is handed down in the Gospel according to Matthew (25:31–46), constitutes a supreme eschatological text of the New Testament, in which the criterion of salvation and condemnation is clearly defined.

Christ is presented as the Son of Man, who will come “in His glory” to judge all nations. The criterion of judgment is neither external piety, nor knowledge, nor social status, but love expressed concretely toward one’s fellow human being.

The distinctive feature of this passage is that judgment is not based on doctrinal confessions or ritual acts in themselves, but on a lived relationship of love toward the “least brother.”

The passage belongs to Christ’s eschatological discourse and presents the Son of Man as the universal Judge. The image of separation “as the shepherd separates the sheep from the goats” (Matt. 25:32) has profound symbolic meaning.

The criterion of separation is not knowledge or origin, but concrete love: “I was hungry and you gave Me food, I was thirsty and you gave Me drink” (Matt. 25:35).

The central theological point of the passage lies in Christ’s identification with the suffering human being: “Inasmuch as you did it to one of the least of these, you did it to Me” (Matt. 25:40).

This phrase constitutes a fundamental expression of Christological anthropology. Christ does not identify with humanity metaphorically, but reveals an ontological relationship grounded in the fact of the Incarnation. Human nature has been assumed by the Logos, and therefore every human being bears the potential for relationship with God.

This evangelical message finds a deep and moving poetic resonance in the poem by Iakovos Kampanellis, «Το ψωμί είναι στο τραπέζι» (The bread is on the table), from the album «Η γειτονιά των αγγέλων» (The Neighborhood of Angels) (1964), with music by Mikis Theodorakis.

This poem, in its simplicity, reveals a great theological truth: that Christ is identified with the hungry, the thirsty, the stranger, and even the thief:

“The bread is on the table.
The water is in the jug.
The jug is on the step.
Give the thief something to drink.

The bread is on the table.
The water is in the jug.
The jug is on the step.
Give Christ something to drink.

Give, mother, to the traveler.
To Christ and to the thief.
Give, mother, so he may be filled.
Give him, my love, something to drink.”

The poem highlights Christ’s identification with the suffering human being, capturing with existential intensity the Patristic understanding of God’s presence in the “other.”

This is precisely the mystery of divine condescension. Christ is revealed not only in His glory, but also in the humility of the suffering human being.

The thief, the stranger, the traveler—these are images of Christ. Love toward them becomes love toward God Himself.

The Fathers of the Church approached this passage not merely as moral teaching, but as a revelation of the very nature of salvation.

In his Homily on the Gospel of Matthew, Saint John Chrysostom notes: “For He did not say, ‘You showed mercy to the poor,’ but ‘You showed mercy to Me’; so greatly did He unite Himself with them.” (PG 58, 508)

This formulation reveals that charity is not an external moral act, but a mystical communion with Christ.

In another homily, he emphasizes that honoring Christ cannot be limited to worship: “Do not honor Him here in the church with silken garments, while outside you neglect Him perishing.”

This teaching directly connects liturgical life with social responsibility and reveals that the Divine Liturgy continues outside the church—in the liturgy after the Liturgy—within life itself, within the relationship with the suffering brother and sister.

Saint Basil the Great, in his homily “To the Rich”, develops a radical theology of property and social justice: “The bread which you keep belongs to the hungry.” (PG 31, 276)

This position overturns the individualistic understanding of property and establishes a theology of social responsibility. Refusal to give is not merely a lack of virtue, but a form of injustice.

This is not simply an exhortation to charity, but a revelation of God’s justice. What we consider our own has, in reality, been given to us to share.

In Oration XIV “On Love for the Poor,” Saint Gregory the Theologian presents charity as imitation of God: “Become a god to the unfortunate, imitating God’s love for humanity” (PG 35, 892).

Salvation, therefore, is not an individual event, but an event of communion. When we offer to our fellow human beings, we participate in God’s own work.

Saint Maximus the Confessor, in his “Chapters on Love”, teaches that love constitutes the natural state of humanity: “He who does not love his brother cannot love God.” (PG 90, 965)

The restoration of the human person consists in the restoration of love toward the other. The refusal of love leads to existential fragmentation, while love leads to deification (theosis).

Kampanellis’ poem expresses Patristic theology in a simple yet powerful way and presents the offering of bread and water as an existential act of love: “The bread is on the table … Give Christ something to drink … Give the thief something to drink.”

The figure of the “traveler” also constitutes an eschatological symbol. The human being exists in a state of journey, and the response or refusal of hospitality determines his existential and soteriological destiny.

The repeated image of bread and water has a clear Eucharistic dimension. Bread and water are not merely material goods, but symbols of life and communion. Their offering constitutes an act of communion.

The figure of the mother in the poem is also deeply symbolic. She is the one who offers food, water, and love. She is the one who makes no distinction between Christ and the thief.

In the parable of the Final Judgment, the righteous do not know that through their charity they are serving Christ Himself, and therefore they ask: “Lord, when did we see You hungry?” Their love is spontaneous, without self-interest. They do not love for reward, but because their hearts have been transformed.

The poem expresses the same spirit. It does not say, “Give in order to be saved.” It simply says: “Give.” Give, because the other thirsts. Give, because the other hungers. Give, because the other is also human; that is, your fellow human being.

The passage of the Final Judgment, its Patristic interpretation, and Kampanellis’ poem converge in the same theological anthropology: the human being encounters God through the fellow human being.

The bread on the table and the water in the jug are symbols of the possibility of communion. Salvation is not an abstract concept, but is realized in concrete love.

The eschatological Judgment reveals not merely human actions, but the quality of the person’s relationship with God, which is fulfilled in relationship with the “least brother.”

Thus, the theology of the Fathers and the poetry of modern Greek tradition meet in the same fundamental truth: love constitutes the ontological and eschatological criterion of human existence.

Christ passes before us every day in the form of the poor, the stranger, the suffering, even the “thief.” The question is simple and profound: Will we give? Will we share?

Ακολούθησέ μας....

Κοινοποίησέ το....